Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Deep Purple - Child In Time

Να ανακτήσουμε τις ζωές μας

Τζον Χόλογουεϊ: Η οργή είναι μόνο αφετηρία

Γραμμένο από Στέλιο Ελληνιάδη

Σάββατο, 07 Αυγούστου 2010 στην εφημερίδα ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς

Ο Τζον Χόλογουεϊ είναι κοινωνιολόγος και ακτιβιστής. Γεννήθηκε στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Διδάσκει στο Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Πουέμπλα, στο Μεξικό και μελετάει τα κινήματα στην Αργεντινή, την Αφρική και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Έχει εκδώσει εννιά βιβλία, μεταξύ των οποίων τα Change the World Without Taking Power (2002), Negativity and Revolution: Adorno and Political Activism (2008) και Crack Capitalism (2010). Το κείμενο που δημοσιεύεται είναι η ομιλία του Χόλογουεϊ στο φετινό Resistance Festival, που οργανώθηκε από την ΚΟΕ, στη Γεωπονική Σχολή της Αθήνας, σε μετάφραση της Άννας Χόλογουεϊ.

Κινήματα και Εξουσία: Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και οι ευκαιρίες για την ανατροπή του

Οργή. Μια οργή που πετάει πέτρες. Μια οργή που ουρλιάζει στους δρόμους. Μια οργή που φτύνει τους πολιτικούς. Μια οργή που βρίζει τους τραπεζίτες και όλους τους καπιταλιστές. Η οργή του «¡ya basta!» Μια οργή που πρέπει να σεβαστούμε. Δίκαιη, δίκαιη οργή. Αξιοπρεπής οργή. Περήφανη οργή.
Και μετά; Και μετά τι; Η οργή δεν είναι παρά μια αρχή. Τι κάνουμε αφού έχουμε πετάξει τις πέτρες και έχουμε κάψει τα αυτοκίνητα; Τι κάνουμε με την οργή μας; Πού πάμε; Πού πάμε για να αλλάξουμε τον κόσμο;
Όχι στο κράτος. Η οργή μας είναι η οργή της αξιοπρέπειας και το κράτος είναι η άρνηση της αξιοπρέπειας. Το να πάμε στο κράτος σημαίνει να υιοθετήσουμε συγκεκριμένους ρόλους, συγκεκριμένες συμπεριφορές. Το να πάμε στο κράτος σημαίνει να ζητήσουμε άδεια, να προβάλλουμε αιτήματα, να περπατήσουμε στους διαδρόμους της εξουσίας. Της δικής τους εξουσίας. Όχι της δικής μας εξουσίας, της ικανότητάς μας να κάνουμε πράγματα, να δημιουργούμε. Η εξουσία τους είναι εξουσία επί, είναι η εξουσία του να πούνε στον κόσμο τι να κάνει, εξουσία να δίνουν εντολές. Αυτή δεν είναι η εξουσία μας, δεν είναι η εξουσία που θέλουμε.
Και, άλλωστε, η εξουσία του κράτους είναι μια άδεια εξουσία, δεν είναι μια ανεξάρτητη εξουσία αλλά, απλώς, ένα από τα πρόσωπα της εξουσίας τού κεφαλαίου. Μέσα από την ιστορία του, μέσα από τις μορφές οργάνωσής του, μέσα από τη γλώσσα του, μέσα από την ίδια του την ύπαρξη ως κάτι το ξεχωριστό από την κοινωνία, το κράτος δεν είναι μια ουδέτερη μορφή οργάνωσης, αλλά μια μορφή οργάνωσης που κατευθύνεται προς την προστασία και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου.



Το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός

Αλλάξτε την κυβέρνηση και αλλάζετε πολύ λίγα. Τι έφερε η αλλαγή από τη Νέα Δημοκρατία στο ΠΑΣΟΚ; Σίγουρα όχι μια πιο δίκαιη κοινωνία. Σίγουρα όχι μια κυβέρνηση λιγότερο υποταγμένη στο κεφάλαιο. Και όχι ή όχι μόνο, επειδή οι πολιτικοί είναι προδότες, αλλά επειδή το κράτος, οποιοδήποτε κράτος, είναι τόσο δεμένο με τις δομές του κεφαλαίου, τόσο μπλεγμένο στην κίνηση του χρήματος, που οι ηγέτες του δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Θα έκανε κάποια διαφορά αν η κυβέρνηση αποτελούνταν από ένα κόμμα πιο κοντά στην Αριστερά; Μάλλον όχι και μεγάλη. Ίσως να υπήρχε μια διαφορετική διαπραγμάτευση των όρων αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ίσως θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη κρατική δαπάνη, λιγότερη αστυνομική καταστολή, αλλά η κυβέρνηση θα ήταν αναγκασμένη να προάγει την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δηλαδή την αναπαραγωγή μιας δυναμικής γεμάτης βία και καταστροφή. Το ζήτημα δεν είναι να αλλάξουμε τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, αλλά να σταματήσουμε να το αναπαράγουμε.
Ένας άντρας χτυπάει τη γυναίκα του, η γυναίκα ουρλιάζει από οργή. Το να διοχετεύσουμε αυτή την οργή προς το κράτος είναι σαν να διαπραγματευόμαστε τους όρους με τους οποίους ο άντρας θα χτυπήσει τη γυναίκα την επόμενη φορά. Δεν γίνεται να το κάνουμε αυτό. Μηδενική ανοχή. Δεν πρέπει να διαπραγματευτούμε την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αλλά να σταματήσουμε να το αναπαράγουμε. Μηδενική ανοχή προς την αναπαραγωγή της δυναμικής της βίας και της καταστροφής που, κυριολεκτικά, καταστρέφει τον κόσμο.
Να μην το δημιουργήσουμε, λοιπόν. Δεν θα έπρεπε να διοχετεύσουμε την οργή μας προς το κράτος. Όπως φώναζε ο λαός της Αργεντινής στη μεγάλη τους εξέγερση το 2001-2002 «¡Que se vayan todos, que no se quede ni uno!». Έξω οι πολιτικοί, όλοι τους. Και όχι μόνο οι πολιτικοί. Το πρόβλημα δεν είναι οι πολιτικοί, το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός, μια μορφή οργάνωσης που μας σκοτώνει.



Δεν είμαστε μηχανές

Τι κάνουμε, λοιπόν, με την οργή μας; Πώς να τη χρησιμοποιήσουμε για να σπάσουμε τον καπιταλισμό;
Πρώτα, παραδεχόμαστε με περηφάνια την οργή μας και λέμε, εμείς είμαστε η κρίση του καπιταλισμού. Είμαστε η κρίση του καπιταλισμού και το καμαρώνουμε. Δεν είμαστε τα θύματα της κρίσης, είμαστε οι δημιουργοί της. Είναι γελοίο να κατηγορούμε τους καπιταλιστές για την κρίση. Ο καπιταλισμός είναι μια σχέση κυριαρχίας. Το να κατηγορούμε τους καπιταλιστές για την κρίση είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι δεν μας κυριαρχούν αρκετά καλά. Αν η σχέση κυριαρχίας δεν λειτουργεί, τότε αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα της δύναμης των κυριαρχούμενων.
Αλλά πώς γίνεται αυτό; Πώς μπορούμε να πούμε ότι εμείς είμαστε η αιτία της κρίσης; Το κεφάλαιο δεν είναι μια σταθερή μορφή κυριαρχίας. Είναι μια δυναμική μιας όλο και πιο άγριας επίθεσης. Αυτή η δυναμική της επίθεσης θεωρητικοποιήθηκε από τον Μαρξ στην κριτική που άσκησε στο νόμο της αξίας. Στον καπιταλισμό, η παραγωγή της αξίας μετριέται από τον κοινωνικά απαραίτητο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος. Ωστόσο, αυτός ο κοινωνικά απαραίτητος χρόνος εργασίας όλο και ελαττώνεται. Αν ο κοινωνικά απαραίτητος χρόνος εργασίας για να παράγουμε ένα ποτήρι, ας πούμε, ήταν ένα λεπτό πριν από δέκα χρόνια, τότε μάλλον είναι είκοσι δευτερόλεπτα τώρα, και οποιοσδήποτε συνεχίζει να παράγει ποτήρια με το ρυθμό που είχε πριν από δέκα χρόνια δεν παράγει αξία και δεν θα μπορέσει να πουλήσει το ποτήρι του στην αγορά. Με άλλα λόγια, η κυριαρχία της αξίας είναι η κυριαρχία του πιο γρήγορα-πιο γρήγορα-πιο γρήγορα: αυτό το πιο γρήγορα-πιο γρήγορα-πιο γρήγορα συνεπάγεται τη χρήση νέας τεχνολογίας, αλλά σημαίνει και έναν πιο αυστηρό έλεγχο επάνω στις κινήσεις του εργάτη και επάνω σε κάθε πτυχή της κοινωνίας που πλαισιώνει τη διαδικασία παραγωγής. Αυτό σημαίνει μια συνεχή επιβολή νέων ρυθμών σε ό,τι κάνουμε: όχι μόνο στον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, αλλά και στον τρόπο που κοιμόμαστε, που τρώμε, που σχετιζόμαστε με τους φίλους μας, με τα παιδιά μας. Αν πέσουν τα ποσοστά κέρδους του κεφαλαίου, αυτό δείχνει ότι δεν καταφέρνει να επιβάλει τους ρυθμούς που χρειάζονται για να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξής του. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα για το κεφάλαιο είναι ότι έρχεται αντιμέτωπο, με ένα εκατομμύριο διαφορετικούς τρόπους, με την άρνησή μας να υποταχτούμε. Η άρνησή μας μπορεί να είναι μια πολύ συνειδητή άρνηση που οργανώνεται μέσα από ένα συνδικάτο ή κάποια άλλη κολεκτίβα, αλλά πολύ συχνά είναι απλώς μια πρακτική που θεωρούμε συνηθισμένη, όπως το να μείνουμε στο κρεβάτι λίγο παραπάνω ή να παίξουμε με τα παιδιά μας ή να κουβεντιάσουμε με τους φίλους μας. Με όλους αυτούς τους τρόπους, αντιστεκόμαστε στη δυναμική τού πιο γρήγορα-πιο γρήγορα-πιο γρήγορα, λέγοντας «Όχι, αρνούμαστε να είμαστε μηχανές».



Η δημιουργία ενός άλλου κόσμου

Η άρνησή μας δεν είναι μια ομοιογενής διαδικασία. Οι πολλές διαφορετικές αρνήσεις μας μπορούν να θεωρηθούν η δημιουργία περιοχών όπου το κεφάλαιο Δεν Περνά, χώροι ή στιγμές ετερότητας. Όταν κανείς φτάνει στις περιοχές που ελέγχονται από τους Ζαπατίστας στην Τσιάπας του νοτιοανατολικού Μεξικού, περνά μια ταμπέλα που λέει «Κακή κυβέρνηση, μην πλησιάζεις, εδώ κυβερνά ο λαός». Κατά κάποιο τρόπο, κάνουμε συνεχώς το ίδιο πράγμα στη ζωή μας, δημιουργούμε περιοχές όπου Δεν Περνά, ταμπέλες που λένε «Κεφάλαιο, μην πλησιάζεις, εδώ κυβερνά ο λαός» και τις βάζουμε γύρω από τις σχέσεις μας με τα παιδιά μας, με τους εραστές και τις ερωμένες μας, γύρω από τον ύπνο μας, το χορό μας και ούτω καθεξής. Βέβαια, αυτές δεν είναι περιοχές καθαρού αντικαπιταλισμού, αλλά περιοχές όπου υπερέχουν διαφορετικές αξίες, διαφορετικές συμπεριφορές. Τις ονομάζουμε αγάπη, φιλία, αλληλεγγύη. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο παλεύουμε για την ανθρωπιά μας, μερικές φορές ατομικά, άλλες φορές συλλογικά. Αυτό είναι που δημιουργεί την κρίση του κεφαλαίου, αυτό είναι που πρέπει να καταστρέψει η δυναμική τού κεφαλαίου.
Η κρίση δεν εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της αντίστασής μας. Πρώτον, επειδή η αντίστασή μας, συχνά, δεν είναι μια συνειδητή πράξη και, δεύτερον, επειδή υπάρχει ένα παιχνίδι προσποίησης που επεμβαίνει. Όταν το κεφάλαιο έρχεται αντιμέτωπο με δυσκολίες, η πρώτη του αντίδραση είναι να προσποιηθεί. Λέει «οι εργάτες και η κοινωνία, γενικότερα, δεν υποτάσσονται αρκετά, αλλά θα προσποιηθώ ότι το κάνουν, με την ελπίδα να χρησιμοποιήσω αυτή την προσποίηση για να επιβάλλω την υποταγή που χρειάζομαι· θα στοιχηματίσω στο μέλλον». Αυτό το στοίχημα στο μέλλον είναι η εξάπλωση της πίστωσης (και, επομένως, η εξάπλωση των τραπεζών και της σημασίας τους). Όταν αυτό το στοίχημα αποτυγχάνει, όταν το κεφάλαιο διαπιστώνει ότι, παρ' όλη την εξαπάτηση και την καταπίεσή του, δεν καταφέρνει να επιβάλλει τη δυναμική τής παραγωγής που απαιτεί, τότε η κρίση εμφανίζεται ως κρίση πίστωσης, κρίση οικονομική, αλλά η ουσία της δεν είναι οικονομική. Η ουσία της είναι μία κρίση υποταγής: της ανυποταγής μας, της έλλειψης υποταγής μας, με άλλα λόγια της ανθρωπιάς μας· αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί δείχνει ξεκάθαρα ότι υπάρχουν μόνο δύο τρόποι να βγούμε από την κρίση. Ο ένας είναι να αυξήσουμε την υποταγή μας στο κεφάλαιο, να καταστρέψουμε τις περιοχές όπου το κεφάλαιο δεν περνά, τις περιοχές που αντιστέκονται στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Ζητάμε περισσότερη εργασία, υποσχόμαστε να δουλέψουμε πιο σκληρά, να υποτάξουμε κάθε πτυχή της κοινωνίας στις απαιτήσεις της παραγωγής αξίας. Αυτό είναι φυσικά το μονοπάτι που έχει διαλέξει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά είναι και, αναπόφευκτα, το μονοπάτι που διαλέγει οποιαδήποτε πρόταση προσεγγίζει τη λύση της κρίσης με όρους καπιταλιστικούς· οποιαδήποτε λύση που ζητά περισσότερη εργασία, οποιαδήποτε λύση που απλώς θεωρεί δεδομένη τη συνέχεια του καπιταλισμού στο ορατό μέλλον. Ίσως αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος να ανακουφίσουμε την άμεση κακουχία πολλών ανθρώπων, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι σημαίνει την καταστροφή ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, ότι θα περάσουν μόνο λίγα χρόνια πριν υπάρξει μια άλλη κρίση, ακόμα μεγαλύτερων διαστάσεων και ότι το να επικυρώσουμε την αναπαραγωγή του κεφαλαίου σημαίνει μάλλον να συμμετάσχουμε στην αυτοκτονία της ανθρωπότητας.
Αν αρνηθούμε αυτή τη λύση, τότε η μόνη άλλη πιθανότητα είναι να σπάσουμε το κεφάλαιο εδώ και τώρα! Η μόνη πιθανή έξοδος από αυτό τον κόσμο είναι η δημιουργία ενός άλλου κόσμου. Τώρα! Η δημιουργία ενός άλλου κόσμου είναι και καταστροφή αυτού εδώ. Το να βάλουμε πρώτα την καταστροφή του καπιταλισμού και μετά τη δημιουργία ενός άλλου κόσμου δεν έχει λειτουργήσει και δεν μπορεί να λειτουργήσει. Το πρόβλημα της επανάστασης δεν είναι η κατάργηση του καπιταλισμού, αλλά πώς μπορούμε να σταματήσουμε να παράγουμε τον καπιταλισμό και να κάνουμε κάτι γνωστικό με τις ζωές μας.
Αυτό το αντιλαμβάνομαι ως την αντιστροφή του Σολάνο. Το κίνημα ανέργων στο Σολάνο της Αργεντινής (και πολλά άλλα, αλλά το Σολάνο είναι ίσως το πιο γνωστό) ξεκίνησε αγωνιζόμενο για περισσότερη εργασία, για μια επιστροφή στην αμειβόμενη εργασία, και ύστερα, καθώς αναπτυσσόταν το κίνημα, αποφάσισε ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε. Οι άνεργοι δεν ήθελαν να επιστρέψουν στην εργασία, στα εργοστάσια και τα γραφεία, δεν ήθελαν να επιστρέψουν στην εκμετάλλευση· ήθελαν να κάνουν αυτό που εκείνοι, ως κοινότητα, θεωρούσαν σημαντικό ή επιθυμητό. Ο αγώνας τους δεν γινόταν για την εργασία, αλλά ενάντια στην εργασία. Ήταν ο αγώνας τού πράττειν ενάντια στην εργασία. Από αυτό εξαρτάται το μέλλον του κόσμου: από την ικανότητά μας να διασώσουμε το πράττειν μας, τη δραστηριότητά μας, από τη δυναμική τής καπιταλιστικής εργασίας· η ικανότητά μας να βγάλουμε τις δραστηριότητές μας, τις ζωτικές μας δραστηριότητες, από τη θανάσιμη δυναμική τής καπιταλιστικής εργασίας. Αυτό είναι το ερώτημα της επανάστασης σήμερα: όχι πώς να καταλάβουμε την εξουσία στην κοινωνία και να τη μεταμορφώσουμε, αλλά πώς να τη σπάσουμε, πώς να ραγίσουμε τον καπιταλισμό, πώς να αποσυνδέσουμε το πράττειν μας από τη θανάσιμη δυναμική και να δημιουργήσουμε κάτι άλλο. Πώς να αναπτύξουμε δυναμικές που δεν προσαρμόζονται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου; Πώς να σταματήσουμε να φτιάχνουμε τον καπιταλισμό και να κάνουμε κάτι άλλο;



Εξάπλωση των ρωγμών

Η απάντηση είναι προφανής: δεν γνωρίζουμε. Δεν γνωρίζουμε πώς να σταματήσουμε να φτιάχνουμε τον καπιταλισμό και να δημιουργήσουμε ένα διαφορετικό κόσμο. Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση, αλλά έχουμε ένα εκατομμύριο διαφορετικά πειράματα. Υπάρχει ένας άλλος εφικτός κόσμος που ήδη προσπαθεί να διαπεράσει αυτόν που υπάρχει. Βρίσκεται σε όλες αυτές τις περιοχές όπου το κεφάλαιο δεν περνά, τις οποίες αναφέραμε: η ώθηση ενός άλλου πιθανού κόσμου είναι ήδη η κρίση αυτού εδώ. Αυτές οι περιοχές όπου Δεν Περνά δεν είναι μόνο αμυντικές ή αρνητικές: είναι αρνήσεις και δημιουργίες. Είναι ρωγμές στην υπάρχουσα δομή των κοινωνικών σχέσεων, στιγμές ή χώροι στους οποίους, μέσα από την άρνηση και τη δημιουργία, ήδη δημιουργούμε ένα διαφορετικό κόσμο. Όταν οι Ζαπατίστας στήνουν ταμπέλες που λένε «Κακή κυβέρνηση, μην πλησιάζεις», δημιουργούν ένα χώρο άρνησης και δημιουργίας, ένα χώρο στον οποίο δημιουργούν ένα κόσμο με διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις. Αν μπούμε σε μια τάξη και πούμε «εδώ δεν μας ενδιαφέρει να υπηρετήσουμε το κεφάλαιο· εδώ θα δημιουργήσουμε ένα διαφορετικό τρόπο εκμάθησης με διαφορετικές σχέσεις ανάμεσά σε όσους εμπλέκονται», ήδη συμμετέχουμε στο χτίσιμο ενός νέου κόσμου. Αν γκρεμίσουμε ένα πάρκινγκ στο κέντρο της πόλης και δημιουργήσουμε έναν κοινοτικό κήπο, ήδη δημιουργούμε έναν άλλο κόσμο. Αν κατέβουμε στους δρόμους να εκφράσουμε την οργή μας ενάντια στην κυβέρνηση, δεν είναι απλά μια άρνηση: σπάμε την απομόνωσή μας και δημιουργούμε μια κοινότητα, δημιουργούμε μια αίσθηση της συλλογικής μας δύναμης να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά, δημιουργούμε μια διαφορετική μορφή κοινωνικότητας. Κανένα από αυτά τα πειράματα δεν είναι χωρίς αντιφάσεις, κανένα δεν είναι αρκετό για να ξεφορτωθούμε εντελώς τον καπιταλισμό, αλλά είναι όλες κινήσεις άρνησης-και-δημιουργίας. είναι όλα πειράματα στο χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας. Είναι ρωγμές στο υφαντό των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, και ο μόνος πιθανός τρόπος να σκεφτούμε την επανάσταση είναι ως δημιουργία, εξάπλωση και πολλαπλασιασμό τέτοιων ρωγμών.



Πρέπει να ανακτήσουμε τις ζωές μας

Η κρίση είναι μια υποχώρηση του κεφαλαίου, μια παραχώρηση εδάφους. Για να επιτεθεί ξανά, κάνει ένα βήμα πίσω. Το κεφάλαιο δραπετεύει από την ανυποταγή μας έτσι ώστε να ανανεώσει την επίθεσή του εναντίον μας. Το κεφάλαιο λέει στους ανθρώπους: «Εξαιτίας της έλλειψης υποταγής, δεν έχω αρκετά κέρδη ώστε να σας απασχολήσω, δεν έχω την ικανότητα να μεταμορφώσω όλη την καθημερινή σας δραστηριότητα σε αμειβόμενη εργασία». Το κεφάλαιο κάνει ένα βήμα πίσω και αφήνει άδειες τις μέρες μας. Πρέπει να ανακτήσουμε αυτόν τον άδειο χώρο (τις μέρες μας, τις ζωές μας) για τους εαυτούς μας. Πρέπει να μπορούμε να πούμε στο κεφάλαιο «έχεις φύγει από τις ζωές μας, οπότε, ευχαριστώ πολύ, μην ξαναπλησιάσεις, δεν θέλουμε να επιστρέψεις». Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η επισφάλεια της εργασίας είναι η επισφάλεια του κεφαλαίου. Αυτό μπορούμε να το πραγματοποιήσουμε μόνο αν αναπτύξουμε εναλλακτικούς τρόπους για να κάνουμε τα πράγματα, μια εναλλακτική κοινωνικότητα. Αυτό κάνουμε. Είναι δύσκολο να το δούμε, ακόμη δυσκολότερο να το κάνουμε, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πορευθούμε.
Σκουπιδότοπος/περιοχές εγκατάλειψης. Ο καπιταλισμός δημιουργεί όλο και περισσότερους σκουπιδότοπους/περιοχές εγκατάλειψης, περιοχές καταστροφής και συμφοράς. Η Ελλάδα, ο Κόλπος του Μεξικού, το Ντιτρόιτ, η Νέα Ορλεάνη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, μεγάλα κομμάτια της Αφρικής, οι παραγκουπόλεις των μεγαλύτερων πόλεων του κόσμου και τα άδεια προάστιά τους: τόσες, τόσες πολλές περιοχές καταστροφής στις οποίες η μόνη δυνατότητα είναι να σκεφτεί κανείς την αναδόμηση. Αναδόμηση, αλλά σε διαφορετικά θεμέλια: όχι μια αναδόμηση της ίδιας καταστροφής, αλλά το χτίσιμο ενός διαφορετικού κόσμου, μιας διαφορετικής μορφής κοινωνίας.
Οργή λοιπόν. Η οργή είναι αναπόφευκτη, οργή ενάντια στη σήψη τού καπιταλισμού. Η οργή είναι μια απαραίτητη αφετηρία για το χτίσιμο ενός άλλου κόσμου. Αλλά η οργή δεν είναι αρκετή, είναι μόνο μια αφετηρία. Τώρα πρέπει να προχωρήσουμε. Πρέπει να γεμίσουμε τον κόσμο με ρωγμές.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Συνέντευξη του Μάικλ Χαρντ στην Κυριακάτικη Καθημερινή, 6 Ιουνίου 2010

Θα μας εκπλήξει ευχάριστα η Ελλάδα!

Αντί για πειραματόζωο του νεοφιλελευθερισμού, ίσως εξελιχθεί σε εργαστήριο ενός νέου κοινωνικού κινήματος, λέει ο στοχαστής Μάικλ Χαρντ

Συνέντευξη στον Πετρο ΠαπακωνσταντΙνου

Στον απόηχο των μεγάλων διαδηλώσεων στο Σιάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών, που αποτέλεσαν τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, κυκλοφόρησε, το 2000, ένα βιβλίο που σύντομα θα προκαλούσε παγκόσμια αίσθηση. Λόγος γίνεται για το βιβλίο του Ιταλού διανοούμενου Αντόνιο Νέγκρι, ο οποίος προερχόταν από την παράδοση της «εργατικής αυτονομίας» –μάλιστα, πέρασε κάμποσα χρόνια στη φυλακή, έχοντας κατηγορηθεί για ανάμιξη στο αντάρτικο των πόλεων– και του εναλλακτικού, Αμερικανού πανεπιστημιακού Μάικλ Χαρντ, με τίτλο «Αυτοκρατορία». Το έργο των δύο διανοουμένων βρήκε απροσδόκητο αντίκτυπο στα ευρείας κυκλοφορίας μέσα ενημέρωσης, με τους New York Times να το εγκωμιάζουν ως «αναθεωρημένη έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου των Μαρξ και Ενγκελς για τον 21ο αιώνα». Ακολούθησαν άλλα δύο έργα, «Το Πλήθος» και «Η Κοινοπολιτεία», που ολοκληρώνουν την προβληματική των δύο συγγραφέων για τον σύγχρονο καπιταλισμό και τις δυνατότητες υπέρβασής του.

Αυτές τις μέρες, ο Μάικλ Χαρντ βρέθηκε στην Αθήνα για να δώσει διάλεξη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «B- fest 2010», που οργάνωσε η εφημερίδα «Βαβυλωνία». Στο περιθώριο της παραμονής του στην Αθήνα, μας παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Τι το ενδιαφέρον έχει αυτή την εποχή η Ελλάδα για έναν ριζοσπάστη, Αμερικανό διανοούμενο;

– Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η ένταση της αγανάκτησης και του αισθήματος της αδικίας. Φυσικά, δεν γνωρίζω επακριβώς την κατάσταση των ελληνικών κοινωνικών οργανώσεων και κινημάτων, περιμένω όμως μεγάλης κλίμακας αντιδράσεις, καθώς η πλειονότητα των Ελλήνων θα υποφέρει, ολοένα και περισσότερο, από τα μέτρα λιτότητας.

Υπάρχει η αίσθηση ότι το μικρό, ελληνικό έθνος έγινε πειραματόζωο σε ένα τεράστιο, κοινωνικό πείραμα. Τη συμμερίζεσθε;

– Δεν νομίζω ότι μαζεύτηκαν δέκα άνθρωποι σε ένα γραφείο για να διαλέξουν την Ελλάδα ως θύμα – είμαι πάντα αλλεργικός σε θεωρίες συνωμοσίας. Βεβαίως, η Ελλάδα, παρά τα οικονομικά της προβλήματα, δεν αποτελεί κάποια μοναδική περίπτωση, αφού κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως και άλλες βιομηχανικές δυνάμεις, σαν την Ιαπωνία, έχουν παρεμφερή προβλήματα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ο ελληνικός λαός να πληρώσει μόνος του το τίμημα της κρίσης, η οποία είναι παγκοσμίων διαστάσεων, επομένως απαιτεί απαντήσεις σε διεθνή και όχι σε στενά εθνική κλίμακα. Εδώ ταιριάζει το λατινικό ρητό «για σένα μιλάει ο μύθος»: η Ελλάδα είναι ο καθρέφτης στον οποίο όλες οι σύγχρονες, καπιταλιστικές κοινωνίες πρέπει να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους.

Γίνεται λόγος για κρίση χρέους, για κρίση του καπιταλισμού – καζίνο, για κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και πάει λέγοντας. Ποια είναι η δική σας ανάλυση για την κρίση;

– Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέρος της κρίσης οφείλεται στην ωμή απάτη, στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία με χαρακτηριστικά τζόγου, κι εδώ υπάρχει μια ορισμένη βάση στην κριτική που γίνεται για καπιταλισμό–καζίνο. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι ο κυριότερος παράγοντας. Δεν συμφωνώ με όσους ισχυρίζονται ότι η «εικονική» οικονομία του χρήματος γιγαντώθηκε πάρα πολύ σε σύγκριση με την «πραγματική» οικονομία της υλικής παραγωγής και ότι αυτό είναι ο βασικός παράγοντας που έβαλε σε κρίση μια υποτιθέμενη οικονομία–φούσκα. Δεν συμφωνώ καν με τη διάκριση μεταξύ «πραγματικής - υλικής» και «εικονικής - άυλης» οικονομίας, αφού μεγάλα κομμάτια της λεγόμενης «πραγματικής» οικονομίας είναι επίσης «άυλη». Μάλιστα, στην τριλογία που γράψαμε με τον Τόνι Νέγκρι επιμένουμε ότι ο κυρίαρχος, στρατηγικής σημασίας τομέας της παραγωγής σήμερα, αυτό που αποκαλούμε «βιο-πολιτική παραγωγή» και αφορά την παραγωγή γνώσεων, συμβόλων, ιδεών, διασκέδασης, κοινωνικών σχέσεων κλπ, είναι άυλη παραγωγή.

Οσο για το νεοφιλελευθερισμό, σήμερα είναι πλέον μια νεκρή ιδεολογία, αφού η δογματική πίστη ότι η ιδιωτικοποίηση αποτελεί τη μαγική λύση διά πάσαν νόσον έχει συντριβεί από την ίδια την πραγματικότητα.

Ωστόσο, δεν βλέπουμε πουθενά να αναδύεται μια εναλλακτική λύση με ηγεμονικούς όρους. Γίνεται πολλή συζήτηση για χαλιναγώγηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, αλλά στην πράξη η ζωή συνεχίζεται λίγο πολύ όπως πριν.

– Εχετε δίκιο. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι νεκρός, αλλά με τη μορφή του ζόμπι. Εξακολουθεί να κυκλοφορεί γύρω μας και να κάνει φρικτά πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι μεταξύ των κυρίαρχων ελίτ, οι προβληματισμοί περιορίζονται μεταξύ αυτού του νεκρού δόγματος και μιας ορισμένης αναβίωσης του Κεϊνσιανισμού, ο οποίος, όμως, είναι επίσης νεκρός εδώ και πολύ, πολύ καιρό. Ωστόσο, οι ιδέες είναι σημαντικό πράγμα και η γενική αναγνώριση του τέλους του νεοφιλελευθερισμού ως ιδεολογίας ωθεί στην αναζήτηση καινούργιων, ριζοσπαστικών λύσεων.

«Αϋλη εργασία»

Θα ήθελα να επανέλθουμε στην έννοια της «άυλης εργασίας». Στα έργα που γράψατε με τον Τόνι Νέγκρι επιμένετε στις θετικές πλευρές, τις οποίες υπερβάλλουν συχνά οι συστημικοί διανοούμενοι, όπως ο Τόμας Φρίντμαν, που εξυμνούν την υποτιθέμενη «Νέα Οικονομία της Γνώσης». Δεν νομίζετε ότι αυτή η κρίση που ξεπήδησε από τον κατ’ εξοχήν «άυλο» χρηματοπιστωτικό τομέα απεκάλυψε τις πολύ σκοτεινές όψεις του «νέου» καπιταλισμού;

– Εχετε δίκιο με μια έννοια, ότι δηλαδή αυτή η «νέα» οικονομία είναι βαθιά αντιφατική, αλλά δεν θα έλεγα ότι αυτό αναιρεί τη σύλληψή μας για την άυλη εργασία. Το θέμα που τίθεται είναι ακριβώς ο έλεγχος της άυλης, βιο-πολιτικής παραγωγής, αν πάρει δηλαδή κοινωνικό χαρακτήρα, ή αν πάρει τη μορφή του σφετερισμού από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Γενικότερα, η αντιφατικότητα αυτή διατρέχει τον καπιταλισμό σε όλη την ιστορία του. Το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται και καταπιέζει τον εργαζόμενο όχι γιατί είναι αδύναμος, αλλά ακριβώς γιατί είναι δυνατός, γιατί είναι αυτός που παράγει πλούτο και αυτή τη δύναμη πρέπει το κεφάλαιο να την ελέγξει, να τη σφετερισθεί. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα, στην εποχή της άυλης εργασίας, όπου το κεφάλαιο δυσκολεύεται πάρα πολύ να ελέγξει το παραγωγικό και απελευθερωτικό δυναμικό του σύγχρονου εργαζόμενου- παραγωγού γνώσεων και ιδεών.

Ωστόσο, αυτό το απελευθερωτικό δυναμικό δεν εκδηλώνεται άμεσα. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στην κρίση και τα μέτρα λιτότητας, δεν βρίσκονται μέχρι στιγμής στο ύψος της πρόκλησης. Γιατί;

– Βλέπω την κοινωνική αντίσταση σαν κάτι πιο ευρύ από την άμεση απάντηση της απεργίας, της διαδήλωσης, της σύγκρουσης με την πολιτική μιας κυβέρνησης. Ολα αυτά είναι σημαντικά, ωστόσο είναι επίσης σημαντική η δημιουργία χώρων αυτόνομης έκφρασης και δράσης, όπως το πάρκο και το αυτόνομο στέκι που έχει δημιουργηθεί λίγο πιο πάνω, σ’ αυτή τη γειτονιά, από πρωτοβουλία κατοίκων των Εξαρχείων.

Επαναθεμελίωση

Ασφαλώς, η κρίση φέρνει επί τάπητος την ανάγκη μιας ριζοσπαστικής επαναθεμελίωσης των κοινωνικών κινημάτων κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των εργατικών συνδικάτων. Από αυτή τη σκοπιά, για να επιστρέψω στην αρχική σας ιδέα, η Ελλάδα θα μπορούσε να μας εκπλήξει ευχάριστα και να εξελιχθεί, αντί για πειραματόζωο του νεοφιλελευθερισμού, σε ένα μεγάλο κοινωνικό εργαστήριο με τη θετική έννοια, ένα εργαστήριο ανάδειξης νέων μορφών οργάνωσης, δημιουργίας, έκφρασης και αγώνα των εργαζομένων και των νέων.

Οι φαντασιώσεις της κυβέρνησης Μπους

Στο πρόσφατο παρελθόν, επενδύσατε πολλές ελπίδες στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, το οποίο, ωστόσο, πέρασε σε δεύτερη μοίρα μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Βλέπετε ακόμη κάποιο μέλλον σ’ αυτό το κίνημα;

– Στην ιστορία των κινημάτων υπάρχουν περίοδοι άνθησης και περίοδοι ανασυγκρότησης. Η εικόνα που περιγράφετε είναι ασφαλώς αληθινή για τις ΗΠΑ, όπου το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης δέχθηκε την ωμή καταστολή του κράτους σε μιαν ατμόσφαιρα φόβου την οποία καλλιέργησε η κυβέρνηση Μπους. Ωστόσο, αυτό που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, είναι η ολοκληρωτική κατάρρευση της φαντασίωσης της κυβέρνησης Μπους ότι η Αμερική θα μπορούσε μονομερώς να κυριαρχήσει στρατιωτικά και οικονομικά στον σύγχρονο κόσμο.

Στην «Αυτοκρατορία» βλέπατε έναν κόσμο χωρίς πραγματικό κέντρο ισχύος, στο αποκεντρωμένο και δικτυακό στυλ του Ιντερνετ, κάτι που κατά τη γνώμη σας καθιστούσε τις παραδοσιακές προβληματικές του ιμπεριαλισμού και της εθνικής κυριαρχίας απαρχαιωμένες. Ωστόσο, η επιστροφή των γεωστρατηγικών και πολεμικών συγκρούσεων μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν αναιρεί αυτή σας τη σύλληψη;

– Οχι, δεν το πιστεύω. Η κυβέρνηση Μπους είχε όντως τέτοιες γεωστρατηγικές φαντασιώσεις κυριαρχίας και αυτό δημιούργησε εντυπώσεις σαν κι αυτές που περιγράψατε. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι το καθοριστικό στο διεθνές σύστημα της εποχής μας είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ κυρίαρχων εθνικών κρατών. Υπάρχει αυτός ο παράγοντας, αλλά δεν είναι ο καθοριστικός. Ο καθοριστικός, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται ανάμεσα στον ανταγωνισμό, στην πολυεθνική Αυτοκρατορία του κεφαλαίου και στο Πλήθος των παραγωγών για τον έλεγχο των τεραστίων απελευθερωτικών δυνατοτήτων της ανθρωπότητας. Πάρτε το παράδειγμα των σχέσεων Αμερικής - Κίνας. Ασφαλώς, υπάρχει ο παράγοντας των γεωπολιτικών αντιθέσεων, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι η διαπλοκή, η συνεργασία σε πείσμα των τόσο διαφορετικών χαρακτηριστικών των δύο κρατών, στο πλαίσιο της υπερεθνικής Αυτοκρατορίας.

Το πείραμα της Λατινικής Αμερικής

Πώς βλέπετε τους αριστερούς πειραματισμούς στη Λατινική Αμερική, π.χ. στη Βενεζουέλα με τον Τσάβες και στη Βολιβία με τον Μοράλες;

– Ενα πολύ σημαντικό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι όλες αυτές οι αριστερές ηγεσίες ήρθαν στην εξουσία πάνω στη ράχη ενός προϋπάρχοντος, ρωμαλέου κοινωνικού κινήματος, με καθοριστική συμμετοχή των φτωχών και των ιθαγενών, εναντίον της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Αυτό ισχύει φυσικά για τη Βολιβία, για τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη, την Παραγουάη, το Εκουαδόρ, αλλά και για τη Βενεζουέλα, όπου πολύς κόσμος βλέπει μόνο τον παράγοντα Τσάβες, αλλά λησμονεί το «Καρακάσο», τις τεράστιες διαδηλώσεις των φτωχών στο Καράκας, που βάφτηκαν στο αίμα. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι τέτοιο και στην Ελλάδα, δηλαδή τη διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ ενός μεγάλου κοινωνικού κινήματος και πολιτικών δυνάμεων, που θα φέρουν στην ημερήσια διάταξη την προοπτική μιας πραγματικής στροφής.

Σημείο καμπής

Πώς είδατε τη νίκη του Ομπάμα και πώς βλέπετε τη διακυβέρνηση της Αμερικής από την κυβέρνησή του;

– Η νίκη του Ομπάμα ήταν αναμφισβήτητα ένα σημείο καμπής για την Αμερική. Υπήρχαν στοιχεία πραγματικού λαϊκού, κοινωνικού κινήματος στο ευρύ ρεύμα που τον έφερε στο Λευκό Οίκο. Δελεάζεται κανείς να μιλήσει ακόμη και για ορισμένα κοινά στοιχεία με τα κινήματα που έφεραν στην εξουσία προοδευτικές κυβερνήσεις στη Νότια Αμερική. Είναι ενδιαφέρον ότι, στην παρθενική του ομιλία κατά την πανηγυρική εγκατάστασή του στην προεδρία, ο Ομπάμα χρησιμοποίησε την ίδια φράση που είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως, στη δική του εγκατάσταση ο Εβο Μοράλες της Βολιβίας: είπε ότι ο πατέρας μου θα ήταν αδιανόητο, ως μη λευκός, να διεκδικήσει την προεδρία. Σε κάθε περίπτωση, στο ρεύμα του Ομπάμα συνέκλιναν το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων των φυλετικών μειονοτήτων, το αντιπολεμικό κίνημα, το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, και όλα αυτά δημιούργησαν μια ισχυρή, ριζοσπαστική κοινωνική δυναμική.

Θέλω να ελπίζω ότι η δυναμική αυτή θα βρει τη συνέχειά της και θα επηρεάσει την κυβερνητική πολιτική του Ομπάμα. Βεβαίως, υπάρχει η αριστερή κριτική, που ώς ένα βαθμό είναι βάσιμη, ότι ο Ομπάμα δεν ακολουθεί ριζοσπαστική πολιτική, ότι προδίδει πολλές από τις υποσχέσεις του, ότι οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν συνεχίζονται κ.λπ. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ πως προχώρησε σε ορισμένες σημαντικές, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, όπως στο σύστημα υγείας.

Περί απελευθερωτικών δυνατοτήτων

Η πλειονότητα των μαρξιστών και των μεταμαρξιστών παραμένει, από φιλοσοφική άποψη, πιστή στη γραμμή ανάπτυξης της διαλεκτικής του Χέγκελ. Εσείς και ο Νέγκρι μας προτείνετε, όπως έκανε και ο Λουί Αλτουσέρ πριν από δεκαετίες, να ακολουθήσουμε μιαν άλλη γραμμή, από τον Σπινόζα στον Μαρξ. Γιατί ο δύσκολος αυτός Ολλανδός φιλόσοφος του πρώιμου Διαφωτισμού είναι κατά τη γνώμη σας επίκαιρος;

– Δεν θα συνιστούσα στο ευρύ κοινό να διαβάσει Σπινόζα. Είναι πολύ δύσκολος και απαιτεί μεγάλη διανοητική επένδυση. Ωστόσο, θεωρώ ότι οι ιδέες του είναι πολύ χρήσιμες, κυρίως γιατί τονίζουν τη σημασία των εγγενών απελευθερωτικών δυνάμεων που θρέφονται στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Διαβάζοντας έτσι τον Μαρξ, το κυριότερο στοιχείο της διδασκαλίας του για μένα δεν είναι η ανάλυση της εκμετάλλευσης του βιομηχανικού προλεταριάτου, αλλά η ανάδειξη των εγγενών απελευθερωτικών δυνατοτήτων που κυοφορούνται αυθόρμητα, στους κόλπους της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Διαφορετικά, κάθε πολιτικό σχέδιο απελευθέρωσης θα ήταν καθαρός βολονταρισμός μιας ελίτ. Γι’ αυτό επιμένω ότι ζητούμενο δεν είναι μία κατά μέτωπον σύγκρουση με την πολιτική εξουσία, αλλά η δημιουργία αυτόνομων, απελευθερωμένων χώρων στο εσωτερικό αυτής της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο έχει τεράστια παιδαγωγική σημασία, καθώς συνδέει τον αγώνα με τη συντροφικότητα, τη χαρά της ζωής, τη δημιουργία.

Παρότι απορρίπτετε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», επιμένετε να χρησιμοποιείτε τον όρο «κομμουνισμός» με μια ελευθεριακή έννοια. Είναι μια σημαία στράτευσης για μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων ή απλώς ένα καταναλωτικό προϊόν που απευθύνεται σε βαριεστημένους διανοούμενους, οι οποίοι αναζητούν κάτι, υποτίθεται, ακραίο, εικονοκλαστικό, χωρίς να τους κοστίζει και τίποτα;

– Κοιτάξτε, η αλήθεια είναι ότι το πολιτικό μας λεξιλόγιο έχει υποστεί μεγάλη φθορά. Οχι μόνον ο κομμουνισμός, αλλά και η δημοκρατία και η ελευθερία και άλλες έννοιες που ενέπνευσαν μεγάλα κινήματα, σήμερα έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα. Οσο έφθειρε τον κομμουνισμό ο «υπαρκτός σοσιαλισμός», τόσο έφθειρε την ελευθερία ο Μπους. Αυτός όμως δεν είναι λόγος να παραιτηθούμε από αυτές τις έννοιες, αντίθετα πρέπει να τις επανοικειοποιηθούμε και να τους δώσουμε το σωστό νόημα. Ο κομμουνισμός ως απόλυτος έλεγχος των πάντων από ένα υπερτροφικό κράτος είναι νεκρός, αλλά ο κομμουνισμός με την πραγματική του έννοια, ως κοινωνία της καθολικής χειραφέτησης και αλληλεγγύης είναι πολύ χρήσιμος. Βεβαίως, ούτε ο Νέγκρι ούτε εγώ επιμένουμε απόλυτα και μονοσήμαντα στον κομμουνισμό – λέμε ότι πρέπει να επανοικειοποιηθούμε επίσης άλλες δημιουργικές έννοιες, όπως η ελευθερία, η επιθυμία, ακόμη και η αγάπη, που έχουν μέσα τους μεγάλο απελευθερωτικό δυναμικό.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Οι ιστορικοί για την οικονομική κρίση

Η προσφυγή της Ελλάδας στον ‘ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης’ σε ιστορική προοπτική: πρώτες σκέψεις για τις οικονομικές και (διεθνο)πολιτικές παραμέτρους της απόφασης.

Αλέξης Φραγκιάδης, Οικονομικός ιστορικός



Τις δραματικές ημέρες που διανύουμε, τους περισσότερους βασανίζει ένα ερώτημα: είναι σωστός ο δρόμος που χάραξε η ελληνική κυβέρνηση; Μήπως τα επαχθή μέτρα λιτότητας που πλήττουν τον πληθυσμό μπορούσαν να αποφευχθούν; Μήπως υπήρχαν άλλοι δρόμοι, καλύτεροι;
Η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει τρεις επάλληλες αλλά διακριτές κρίσεις. Καθεμία στο είδος της είναι πρωτοφανής:


- Εγχώρια δημοσιονομική κρίση, που κλιμακώθηκε την τελευταία τριετία.


- Κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που σχετίζεται με την τάση της Γερμανίας τα τελευταία χρόνια να εγκαταλείψει τον ηγετικό της ρόλο και κλονισμός του γαλλογερμανικού άξονα.


- Παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και ύφεση, που ξεκίνησε το 2007.
Για την Ελλάδα, τις σοβαρότερες επιπτώσεις μπορεί να έχει η έκβαση της κρίσης που αφορά στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης - όσο σημαντικές και αν είναι οι άλλες κρίσεις, δηλαδή η εγχώρια δημοσιονομική και η διεθνής.


Εάν η κρίση αυτή επιδεινωθεί, θα επανεμφανιστούν κίνδυνοι που από καιρό θεωρούσαμε ότι ανήκαν στο παρελθόν. Κίνδυνοι εσωτερικής αστάθειας, όσο και εξωτερικών σχέσεων και άμυνας.


Εάν αντιθέτως, οι τεράστιες προκλήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη τούτη την ώρα, υποχρεώσουν τα ευρωπαϊκά κράτη να ενισχύσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως να συγκροτήσουν μια ενιαία κοινωνική και οικονομική πολιτική, η Ελλάδα θα ωφεληθεί πολλαπλά. Επιπλέον, αυτός θα ήταν και ο καλύτερος τρόπος να αμβλυνθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της εγχώριας δημοσιονομικής κρίσης και της διεθνούς ύφεσης.
Η Ελλάδα εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα βαδίζει στο δρόμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ολοκλήρωση αυτή, που ξεκίνησε μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, υλοποιείται σταδιακά με την εφαρμογή επίσημων συμφωνιών και συνθηκών. Εξαιρετική σημασία στην κατεύθυνση αυτή είχαν και άλλες εξελίξεις, όπως το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα της περιόδου 1961-1972, κυρίως προς τη Γερμανία. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτέλεσε την καλύτερη απάντηση στην πάγια πιεστική ανάγκη που έχει η χώρα μας για σταθερές διεθνείς συμμαχίες, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της εδαφικής της διαμόρφωσης. Μιας ανάγκης που έγινε πολύ έντονα αισθητή, ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε και η χώρα μας απέκτησε τη σημερινή γεωγραφική μορφή της.
Αν η Γερμανία αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, θα κινδυνεύαμε να βρεθούμε σε μια κατάσταση που θα έμοιαζε με το μεσοπόλεμο – για να μην θυμηθούμε τα προβλήματα που αντιμετώπισε η χώρα μας κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων.
Η μορφή ολοκλήρωσης που ακολούθησε η Ευρώπη έως το 1990, στηρίχθηκε στην έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο χωρισμό της Ευρώπης σε Δυτική και Ανατολική. Για να κυριολεκτούμε, η ολοκλήρωση για την οποία μιλάμε, και στην οποία συμμετείχε η χώρα μας, ήταν η ολοκλήρωση της Δυτικής Ευρώπης. Η αποκοπή της πλουσιότερης δυτικής Κεντρικής Ευρώπης από την φτωχότερη ανατολική ώθησε τις δυτικές κεντροευρωπαϊκές χώρες να στρέψουν τα ενδιαφέροντά τους στις φτωχότερες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, οι οποίες ανήκαν στο δυτικό μπλοκ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άνοιγμα της Δυτικής Γερμανίας στους μετανάστες του ευρωπαϊκού νότου, όταν η ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, το 1961, ανέκοψε την εισροή οικονομικών μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη.
Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, πάλι, το 1990, οδήγησε σε μια επανατοποθέτηση της Γερμανίας σε σχέση με αυτό που ήταν ως τότε γνωστό ως προοπτική ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι τεράστιες δαπάνες της απορρόφησης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, αλλά και οι μεγάλες προοπτικές κερδοφόρων συναλλαγών με την ανατολική Ευρώπη, άλλαξαν τον προσανατολισμό της Γερμανίας. Η σημασία των σχέσεων με τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου σχετικά υποχώρησε. Ο πειρασμός της στροφής προς Ανατολάς έγινε σταδιακά πολύ ισχυρός, στο μέτρο που οι χώρες του πρώην ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ ανέκαμπταν από το απόλυτο χάος στο οποίο είχαν βρεθεί προηγουμένως.
Από την άλλη πλευρά όμως, η δημιουργία του Ευρώ συνέδεσε με πολύ ισχυρούς δεσμούς τα κράτη της ευρωζώνης, συμπεριλαμβάνοντας τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Το ενιαίο νόμισμα αποτελεί ένα δρόμο σχεδόν χωρίς επιστροφή. Ή μάλλον, καθώς στις ημέρες που περνάμε τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, η έξοδος μιας χώρας από το ευρώ εκτιμάται ότι θα έχει συνέπειες αφάνταστα καταστροφικές, ιδίως για τη χώρα που εξέρχεται, αλλά και για τις υπόλοιπες.
Οι συνθήκες που είχαν συναφθεί δεν είχαν λάβει υπόψη τους το ενδεχόμενο μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης που θα έπληττε καίρια τις οικονομίες. Το πρόβλημα αναδεικνύεται πλέον με τον πιο έντονο τρόπο αυτές τις ημέρες. Η κυβέρνηση της Γερμανίας, μετά από τραγική καθυστέρηση λόγω ενός ελάσσονος θέματος εσωτερικής πολιτικής, τις εκλογές στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, υποτίμησε την καταιγίδα που ερχόταν και έχασε πολύτιμο χρόνο. Ήδη η Μέρκελ έλεγε χθες ότι δεν έχουμε πλέον χρόνο και χρησιμοποιούσε διατυπώσεις που δεν θα περιμέναμε λίγες εβδομάδες νωρίτερα:


«Αρχικά οι τράπεζες χρεοκόπησαν αναγκάζοντας τα κράτη να προχωρήσουν σε ενέργειες για την διάσωσή τους. Έριξαν την παγκόσμια οικονομία στον γκρεμό και αναγκαστήκαμε να προχωρήσουμε σε σχέδια ανάκαμψης. Εξαιτίας αυτών των σχεδίων ανάκαμψης βρεθήκαμε χρεωμένοι και τώρα οι τράπεζες κερδοσκοπούν εις βάρος αυτών των χρεών, είναι πραγματικά προδοτικό.»


Η καγκελάριος της Γερμανίας αναφέρθηκε σε μάχη των πολιτικών με τους κερδοσκόπους, τονίζοντας ότι η μάχη αυτή πρέπει να κερδηθεί: «Πρέπει τώρα να δείξουμε καθαρά ότι στην Ευρώπη έχουμε την πολιτική δύναμη … Πρόκειται για μία μάχη των πολιτικών ενάντια στις αγορές. Η πολιτική πρέπει να ξαναποκτήσει τα πρωτεία σε σχέση με τις αγορές, τα οποία δεν έχει πλέον …».
Οι τελευταίες πληροφορίες μιλούν για ένα πακέτο διάσωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, αμερικανικών διαστάσεων, με επιτόκιο 1%. Σημαίνει ότι η Γερμανία συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον ηγετικό της ρόλο στην Ευρώπη; Σημαίνει ότι η διεθνής οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί σε καλύτερη βάση, κάτι που θα ευνοήσει και την Ελλάδα; Ενδεχομένως. Όπως το έθετε ο Immanuel Wallerstein σε πρωτοσέλιδο άρθρο του στο χθεσινό Manifesto, η ελληνική κρίση μπορεί να λυθεί σχετικά εύκολα: αρκεί η Γερμανία να αντιληφθεί ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται καλύτερα από ένα προστατευτισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από ό,τι από ένα προστατευτισμό που θα αφορά μόνο τη Γερμανία.
Ας επιστρέψουμε στο αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης, που εγγράφεται στο ιστορικό και διεθνές πλαίσιο που περιγράψαμε στα προηγούμενα. Η Ελλάδα, ενόψει της επερχόμενης χρεοκοπίας, πριν τεθεί ζήτημα χρεοστασίου, στράφηκε προς τους εταίρους της, που έχουν χορηγήσει στο ελληνικό δημόσιο πολύ σημαντικά δάνεια και με τους οποίους διατηρεί κοινό νόμισμα.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι η πραγματικότητα του κοινού νομίσματος επηρεάζει σε εξαιρετικό βαθμό τα περιθώρια ανεξάρτητων ελιγμών. Ήδη βλέπουμε ότι ακόμη και οι εικασίες για χρεοκοπία της Ελλάδας προκαλούν σοβαρούς κλυδωνισμούς στο ευρώ και στις χρηματαγορές. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα συνέβαινε αν η χώρα μας προχωρούσε μονομερώς σε αναδιάρθρωση του χρέους. Το σίγουρο είναι μια τέτοια κίνηση, λόγω του κοινού νομίσματος, θα εκλαμβανόταν ως επιθετική από τους έως σήμερα εταίρους μας και θα τους οδηγούσε να μας επιβάλουν σοβαρά αντίποινα. Αν λοιπόν η Ελλάδα δεν αναζητούσε την υποστήριξη των εταίρων της, μέσω της δημιουργίας και της ενεργοποίησης του μηχανισμού στήριξης, και προχωρούσε σε μονομερή αναδιάρθρωση του χρέους, θα ανέτρεπε πολιτικές σταθερές δεκαετιών και θα αντιμετώπιζε πολιτική και οικονομική απομόνωση, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η ίδια η πολιτική σταθερότητα και η δημοκρατία που εμπεδώθηκε στη χώρα μας μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974, αλλά και η εξωτερική ασφάλεια, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις προνομιακές σχέσεις με την Ευρώπη, που στην περίπτωση αυτή θα ετίθεντο υπό αμφισβήτηση.
Η αβάσταχτη δυσφήμιση που έχει υποστεί η χώρα μας, καθώς αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία, έχει και ένα θετικό παράπλευρο όφελος: ότι ασχολούνται πλέον τακτικά μαζί μας αρκετοί από τους πλέον διαπρεπείς οικονομολόγους του κόσμου, όπως ο Joseph Stiglitz, ο Paul Krugman, ο Barry Eichengreen, ο Nouriel Roubini, o Martin Feldstein, ο Edmund Phelps και άλλοι, κάποιοι από αυτούς με Nobel οικονομίας. Προηγουμένως ανέφερα τον κοινωνιολόγο Immanuel Wallerstein. Διαβάζοντας αυτά που τακτικά γράφουν για μας, μπορούμε να διασταυρώνουμε τις σκέψεις μας και να αντλούμε ιδέες. Έγραψε λοιπόν προχθές ο Krugman, ότι η αναδιάρθρωση του χρέους δεν θα αρκούσε για να ελαφρύνει τα βάρη του ελληνικού λαού, δεδομένου ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα είναι πολύ μεγάλο, πάνω από 8% του ΑΕΠ. Οπότε, ακόμη και αν σταματούσαμε να πληρώνουμε τοκοχρεολύσια, οι δρακόντειες περικοπές δαπανών θα εξακολουθούσαν να είναι απαραίτητες, προκειμένου τα έξοδα να περιοριστούν στο επίπεδο των διαθέσιμων εσόδων. Ουσιαστικότερη ελάφρυνση στις απαιτούμενες οικονομικές θυσίες θα ερχόταν μόνο με έξοδο από το Ευρώ και υποτίμηση του νομίσματος, προκειμένου να τονωθούν οι εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών και να ενισχυθεί η υποκατάσταση εισαγωγών. Βεβαίως, αυτό θα απαιτούσε ταυτόχρονα και κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο διαφορετικά θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ώρες. Από την άλλη πλευρά, είναι εξαιρετικά πιθανό η Τουρκία, σε περίπτωση απομόνωσης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να αύξανε την επιθετικότητά της, δημιουργώντας την ανάγκη για μεγαλύτερες εισαγωγές αμυντικών συστημάτων, που όμως λόγω της υποτίμησης θα κόστιζαν πολύ ακριβότερα. Όχι άδικα, πιστεύω, ένας από τους σχολιαστές στο blog του Krugman αναφέρει ότι αν η Ελλάδα εγκατέλειπε το ευρώ, μέσα σε μια χαοτική κατάσταση, το πιθανότερο είναι αυτό να συνοδευόταν από την επιβολή κάποιου είδους δικτατορίας, κάτι που θα μας οδηγούσε και σε έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο σημείο, αυτό, ας παρατηρήσουμε την αμήχανη στάση στο εσωτερικό της χώρας απέναντι στο ‘μηχανισμό στήριξης’. Αρχικά ακούστηκε η ότι η χώρα θα μπορούσε να είχε δανειστεί ‘αθόρυβα’ όσο τα spreads ήταν σχετικά χαμηλά. Λες και όταν πάει κάποιος να δανειστεί τόσο μεγάλα ποσά υπάρχει περίπτωση να περάσει απαρατήρητος! Πιο πρόσφατα ακούστηκε μέχρι και ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί η προσφυγή στο μηχανισμό, με παράλληλη αποφυγή οποιασδήποτε αναδιάρθρωσης του χρέους. Φυσικά, τέτοια συνταγή δεν υπάρχει, αφού οι διεθνείς χρηματαγορές έχουν πάψει να δανείζουν την Ελλάδα!
Προτείνεται ακόμη από ορισμένους η μονομερής αναδιάρθρωση του χρέους, χωρίς να ληφθούν μέτρα σε συμφωνία με τους εταίρους μας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι συγκρίσεις με την Αργεντινή, που προτείνεται ως θετικό παράδειγμα, είναι προβληματικές. Εμείς έχουμε νόμισμα κοινό με τους βασικούς εμπορικούς μας εταίρους, οι οποίοι θα πληγούν δυσανάλογα αν εμείς χρεοκοπήσουμε και πιθανότατα θα αντιδράσουν. Επίσης, ο βαθμός εξάρτησης της Ελλάδα από τις εισαγωγές είναι εξαιρετικά μεγαλύτερος από εκείνον της Αργεντινής, πράγμα που σημαίνει ότι η έλλειψη συναλλάγματος θα είχε σοβαρές συνέπειες στην τροφοδοσία σε βασικά αγαθά. Όπως ήδη αναφέραμε, σε μια τέτοια περίπτωση το τραπεζικό σύστημα θα έπρεπε να εθνικοποιηθεί. Το όλο εγχείρημα θα ήταν του τύπου: «οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Η μετατροπή της Ελλάδας σε Κούβα θα ήταν ίσως ένα πείραμα που κάποιοι θα το έβρισκαν ελκυστικό, καλό όμως θα ήταν να το δηλώσουν ρητά και στους υπόλοιπους, μήπως στο τέλος προκύψει καμιά παρεξήγηση!
Το συνολικό ύψος των δανείων που χορηγούνται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης για την αποφυγή της χρεοκοπίας του ελληνικού δημοσίου δεν έχει προηγούμενο στην οικονομική ιστορία. Όπως είναι γνωστό, αν δεν υπήρχε αυτός ο μηχανισμός, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα μας χορηγούσε μεταξύ 10 και 20 δις Ευρώ, αντί για τα 110 που δίδονται τώρα, ζητώντας πιθανότατα ακόμη σκληρότερα μέτρα, γιατί θα είχαμε ήδη χρεοκοπήσει. Για παράδειγμα, η Ουγγαρία και η Ρουμανία, πήραν από 20 δις, ενώ υποχρεώθηκαν να λάβουν μέτρα που δεν ήταν καθόλου ελαφρύτερα από αυτά που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα. Φυσικά, το ύψος της στήριξης προς την Ελλάδα μεγάλωσε απότομα, λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της αξιοπιστίας του ελληνικού δημοσίου, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ολιγωρία της γερμανικής κυβέρνησης. Δεν παύει όμως να πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες δάνειο, υπερδιπλάσιο σε μέγεθος από το σύνολο των πόρων που έχει λάβει και θα λάβει η Ελλάδα από την ΕΕ για όλα τα ΚΠΣ και τα συναφή προγράμματα, από τα ΜΟΠ έως και το ΕΣΠΑ.
Βεβαίως, υπάρχει ο αντίλογος ότι το επιτόκιο 5% είναι υψηλό και ότι οι δανειστές μας κερδίζουν από αυτή την επιχείρηση. Αυτό είναι όμως μια βιαστική κριτική: δεν φαίνεται πολύ πειστικό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που μας δανείζουν να στοχεύουν στην οικονομική καταρράκωση της Ελλάδας, διότι αυτό θα σήμαινε ότι τελικά, δεν θα μπορέσουν να πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Ήδη ακούγονται πληροφορίες για κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα είναι χαμηλότερο. Το σημαντικότερο πάντως είναι η δέσμευση των κρατών της ευρωζώνης ότι θα μας στηρίξουν, ό,τι και αν συμβεί, και αυτό νομίζω ότι σημαίνει το ιλιγγιώδες ύψος του δανείου. Ίδιο είναι το μήνυμα που δίνει και η αγνόηση από την ΕΚΤ των αρνητικών αξιολογήσεων των ελληνικών χρεογράφων από τους γνωστούς οίκους.
Τα μέτρα αύξησης των εσόδων και μείωσης των δαπανών που συμφωνήθηκαν μεταξύ ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ και ελληνικής κυβέρνησης, είναι σίγουρα εξαιρετικά επαχθή και είναι επόμενο να προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα, ιδίως αν υπήρχε μείωση των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό θα σηματοδοτούσε ως κύρια κατεύθυνση για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας τη μείωση του κόστους εργασίας.
Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι η μονομερής χρεοκοπία θα είχε πολύ μεγαλύτερες άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο του λαού από ό,τι τα μέτρα. Κατά συνέπεια, η προσπάθεια για ακύρωση της συμφωνίας, αν επιτύγχανε, θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα.
Αντί να πολεμάμε τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, θεωρώ ότι θα ήταν πολύ καλύτερο να προβάλλουμε αιτήματα ουσιαστικής διεύρυνσης της δημοκρατίας και αναδιάρθρωσης των δημόσιων υπηρεσιών, για ένα καλύτερο κοινωνικό κράτος, που δεν κοστίζει κατ’ ανάγκη περισσότερο από το υπάρχον. Στο ‘λιγότερο κράτος’, που απαιτούν οι νεοφιλελεύθεροι, θα πρέπει να αντιταχθεί το καλύτερο και πιο κοινωνικά αποδοτικό κράτος, που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και σπάταλο κράτος. Προς αυτή την κατεύθυνση νομίζω ότι θα πρέπει να κινηθούμε, αντί να προπαγανδίζουμε τη χρεοκοπία της χώρας. Επίσης, η βελτίωση της κατανομής του εισοδήματος απαιτεί να δρομολογηθεί η αλλαγή του συσχετισμού μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας, με την αύξηση του ειδικού βάρους της άμεσης φορολογίας και του προοδευτικού της χαρακτήρα. Άλλωστε είδαμε ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις των επιχειρήσεων που έγιναν τα τελευταία χρόνια δεν βοήθησαν την ανάπτυξη: στο χρονικό αυτό διάστημα, οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη η χρεοκοπία γινόταν αναπόφευκτη, πράγμα που δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό, λόγω των τεράστιων αρνητικών συνεπειών που αυτό θα είχε στην παγκόσμια οικονομία, είναι πολύ καλύτερο αυτό να συμβεί με τρόπο ελεγχόμενο και σε συνεργασία με τους εταίρους – δανειστές μας, ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές επιπτώσεις στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας.
Σε ό,τι αφορά τις ελπίδες εξόδου από την κρίση, σίγουρα θα βοηθούσε σε αυτό μια ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας. Αλλά στις μέρες μας γίνεται όλο και πιο φανερό ότι αυτό δεν είναι τόσο απλό να συμβεί, αν δεν υπάρξουν σοβαρότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις στις αγορές εκ μέρους των κρατών. Φαίνεται πλέον αρκετά πιθανό η κρίση να τσακίσει τις μονεταριστικές ακαμψίες του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος και να οδηγηθούμε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε άλλου είδους ρυθμίσεις, προς μια λιγότερο ανεξέλεγκτα φιλελεύθερη και πιο παρεμβατική οικονομία, από τις οποίες θα επωφεληθεί και η Ελλάδα. Άλλωστε η ευρωπαϊκή συνεννόηση για το τεράστιο δάνειο προς την Ελλάδα, όπως επίσης και η αγνόηση από την ΕΚΤ των αξιολογήσεων των ελληνικών χρεογράφων από τους γνωστούς οίκους, ίσως να είναι οι προάγγελοι αυτών των εξελίξεων.

Ανακοίνωση από την επιστημονική συζήτηση του περ. Ιστορείν "Οι ιστορικοί συζητούν για την κρίση. Η κρίση σε ιστορική προοπτική", Σάββατο 8 Μαΐου 2010, Εντευκτήριο Πανεπιστημίου Αθηνών

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Αχυρένια Σκυλιά, Σκέψεις για τους ανθρώπους και άλλα ζώα



Ο πικρός λογαριασμός μιας γλυκιάς αυταπάτης

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ

Ένα από τα λιγότερο γνωστά κεφάλαια στην ιστορία της βρετανικής αποικιοκρατίας, που μας το θυμίζει ο Τζον Γκρέι σ΄ αυτό το βιβλίο του, είναι η μεταχείριση που επιφύλαξαν οι «πολιτισμένοι» λευκοί άποικοι στους Αβορίγινες της Τασμανίας. Τους χρησιμοποιούσαν ως δούλους, τους κακοποιούσαν σεξουαλικά, τους βασάνιζαν, τους ακρωτηρίαζαν, τους κυνηγούσαν σαν θηράματα και σαν παράσιτα, πουλούσαν το δέρμα τους προς όφελος των κρατικών ταμείων. Ξυλοκοπούσαν μέχρι θανάτου τα παιδιά, ευνούχιζαν ή θανάτωναν τους άνδρες και υποχρέωναν τις γυναίκες των δολοφονημένων να περιφέρονται με το κεφάλι των συζύγων τους δεμένο γύρω από τον λαιμό τους. Μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα δεν είχε μείνει ούτε ένας ιθαγενής Τασμανός. Όταν πέθανε ο τελευταίος άνδρας, το 1869, ένα ευυπόληπτο μέλος της Βασιλικής Εταιρείας της Τασμανίας άνοιξε τον τάφο του και έφτιαξε από το δέρμα του νεκρού μια καπνοσακούλα.

΄Οση φρίκη και αν μας προκαλούν τέτοιες θηριωδίες, δεν αποτελούν περιστασιακά έκτροπα στην ιστορία του πολιτισμού, αλλά μάλλον ένα μόνιμο παρακολούθημά του. Όπως ο Μπαλζάκ έλεγε ότι πίσω από κάθε μεγάλη περιουσία κρύβεται ένα έγκλημα, έτσι και ο Γκρέι λέει ότι πίσω από την ειρήνη και την ευημερία των «πολιτισμένων» δυτικών κοινωνιών κρύβονται αδικίες και κακουργήματα εις βάρος άλλων λαών σε άλλα μέρη του κόσμου. Θα πείτε, μόνον ο Γκρέι το λέει αυτό;

Ασφαλώς όχι. Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ τέτοιες θέσεις διατυπώνονται κατά κανόνα από αριστερή ή «προοδευτική» σκοπιά, εδώ μιλάει ένας συντηρητικός θεωρητικός. Ο Γκρέι δεν απορρίπτει μόνο τον καπιταλισμό, αλλά ολόκληρη τη νεωτερικότητα, ολόκληρο μάλιστα τον δυτικό πολιτισμό από την επικράτηση του χριστιανισμού και έπειτα.

Πρωτογνώρισα τον Τζον Γκρέι από ένα προηγούμενο βιβλίο του, το Η Αλ Κάιντα και η νεωτερικότητα (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο). Μου έκανε εντύπωση η συντηρητική κριτική οξυδέρκεια αυτής της μελέτης. Γιατί οι συντηρητικοί στοχαστές, όταν είναι σοβαροί, έχουν τα δικά τους θεωρητικά ατού και συχνά βλέπουν τα πράγματα πιο καθαρά από τους ριζοσπάστες της αντίπερα όχθης. Αυτό οφείλεται κυρίως, όπως νομίζω, στη σκεπτικιστική στάση τους απέναντι στην ανθρώπινη φύση, την οποία η παράδοση του Διαφωτισμού, με όλα τα παρακλάδια και τις μεταπλάσεις της, θεωρεί βασικά ευγενική, απεριόριστα εύπλαστη και με ανεξάντλητες δυνατότητες, όταν δεν την απορρίπτει τελείως ως έννοια. Η σκεπτικιστική και, γιατί όχι, πεσιμιστική ανθρωπολογία της συντηρητικής σκέψης κάνει εμένα, ένα τέκνο του Διαφωτισμού με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό και, θα έλεγα, διαφορετική ιδιοσυγκρασία να αισθάνομαι μερικές φορές αμήχανος απέναντι στα επιχειρήματά τους.

Η ανθρώπινη φύση, λοιπόν. Ο Γκρέι θεωρεί ότι δεν έχει ουσιαστικές διαφορές από τη φύση των άλλων ζώων (τα οποία, εξάλλου, ο ΄Αγγλος διανοητής εκτιμά τα μάλα) και η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου- για την ακρίβεια, του δυτικού ανθρώπου- είναι η αυταπάτη του ότι είναι εντελώς διαφορετικός από αυτά: ότι οι πράξεις του είναι έλλογες, ότι έχει ελευθερία επιλογών, ότι δεν υπόκειται στην τύχη και τη μοίρα, ότι είναι ένα συμπαγές και συγκροτημένο υποκείμενο και όχι ένα σύμφυρμα από θραύσματα διαφορετικών «εαυτών» κ.λπ. ΄Αλλοι, παλιότεροι πολιτισμοί δεν είχαν τέτοιες φαντασιώσεις. Οι αρχαίοι ΄Ελληνες καταλάβαιναν πολύ καλά τον ρόλο της τύχης στα ανθρώπινα, δεν αναζητούσαν κάποιο νόημα στη ζωή και θεωρούσαν ύψιστο αγαθό την αταραξία, που επιτυγχάνεται με το ομολογουμένως τη φύσει ζην. Παρόμοια, για τους ταοϊστές η σωστή στάση ήταν να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση του και να ανταποκρίνεται επιδέξια στις εκάστοτε περιστάσεις, χωρίς να βάζει στον εαυτό του κάποιον ανώτερο σκοπό ή κάποιο ηθικό καθήκον.

Η μεγάλη πορεία απομάκρυνσης (αποξένωσης) από την ανθρώπινη φύση άρχισε, κατά τον Γκρέι, με τον χριστιανισμό, που εισήγαγε την πρωτόφαντη ιδέα ότι η Ιστορία έχει ένα νόημα και η ανθρωπότητα είναι προορισμένη να το εκπληρώσει. Δέσμευσε, έτσι, τους πιστούς του σ΄ ένα χιμαιρικό πρόγραμμα άσχετο με τις πραγματικές ανάγκες τους. Αλλά η ιλιγγιώδης και, μακροπρόθεσμα, ολέθρια επιτάχυνση αυτής της πορείας δόθηκε από τη νεωτερικότητα και τον Διαφωτισμό, με το ιδεολόγημα της νομοτελειακής και συνεχούς προόδου, την υποταγή του συναισθήματος και της διαίσθησης σ΄ έναν άτεγκτο ρασιοναλισμό, την εξαγγελία της απόλυτης κυριαρχίας στη φύση, την αναγωγή της επιστήμης και της τεχνολογίας σε καινούργια θρησκεία, την αναγόρευση της ανθρώπινης ευτυχίας σε πολιτικό πρόγραμμα. Οι ιδεολογίες της «απελευθέρωσης» από τη μια, της εκπλήρωσης του σχεδίου της «Θείας Πρόνοιας» από την άλλη, επικουρούμενες από μια ολοένα αποτελεσματικότερη τεχνολογία, οδήγησαν στις μαζικές δολοφονίες, τις γενοκτονίες και την καταστροφή του περιβάλλοντος που σημάδεψαν τον θρίαμβο της νεωτερικότητας, με αποκορύφωμα το αιματηρό όργιο του 20ου αιώνα και τον οικολογικό εφιάλτη των τελευταίων δεκαετιών.

Ο Γκρέι ασκεί ανελέητη κριτική σε σχεδόν όλους τους δυτικούς φιλοσόφους από τον Καρτέσιο και έπειτα, με τιμητικές εξαιρέσεις τον Χιουμ και κυρίως (πράγμα καθόλου παράξενο) τον Σοπενχάουερ. Τους κατηγορεί ότι δεν έκαναν άλλο από το να σκαρφίζονται πολύπλοκα και εξεζητημένα επιχειρήματα για να στηρίξουν συμβατικές πεποιθήσεις. ΄Οχι λίγες οι φορές οι επιμέρους θέσεις του, διατυπωμένες σαν επιγραμματικά παραδοξολογήματα, μας φαί νονται ακαταμάχητα πειστικές. Όπως όταν λέει ότι οι ρόλοι της επιστήμης και της θρησκείας στις μέρες μας έχουν αντιστραφεί: η επιστήμη, με τη μορφή βέβαια της τεχνολογίας, έχει γίνει το καταφύγιο από την αβεβαιότητα, καθώς υπόσχεται το θαύμα της απελευθέρωσης από κάθε φυσικό περιορισμό, αλλά και από τη σκέψη, ενώ η θρησκεία (στη Δύση, φαντάζομαι πως εννοεί) γίνεται ολοένα περισσότερο εστία αμφιβολίας. ΄Η όταν κάνει (και εξηγεί) την εκπληκτική παρατήρηση ότι ένα απολύτως συνειδητό ανθρώπινο ον, αποκομμένο από ασύνειδες συγκινήσεις και αντιλήψεις που δίνουν περιεχόμενο στη ζωή, δεν θα ήταν παρά ένα αυτόματο που θα ελεγχόταν από ένα άλλο ανθρώπινο ον. ΄Η όταν επισημαίνει ότι ο μεταμοντέρνος σχετικισμός, που αυτοπροβάλλεται ως ένα ανώτερο είδος μετριοπάθειας, είναι στην πραγματικότητα το χειρότερο είδος έπαρσης: οι μεταμοντερνιστές, αρνούμενοι ότι ο φυσικός κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις μας γι΄ αυτόν, απορρίπτουν υπόρρητα κάθε όριο στις ανθρώπινες φιλοδοξίες. Ή, πάλι, όταν διαβλέπει ότι οι σημερινές κοινωνίες της διασκέδασης, στις οποίες ανακαλύπτονται όλο και πιο διαφορετικές μορφές παραβατικότητας ως αντίδοτο στην ανία, θα φτάσουν στο σημείο όπου, για να αποσοβηθεί ο κορεσμός, θα λανσαριστεί ως καινούργια παραβατική μόδα η... ηθική!

Είπαμε, ο Γκρέι είναι ένας πεσιμιστής, αλλά ένας νουνεχής πεσιμιστής με διαυγή σκέψη. Θεωρεί (και μάλλον έχει δίκιο) ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν «ένας οικογενειακός καβγάς μεταξύ δυτικών ιδεολογιών» και, παραπέμποντας στον συκοφαντημένο από τη μαρξιστική παράδοση Μάλθους, προφητεύει ότι οι τελείως διαφορετικοί πόλεμοι του 21ου αιώνα θα έχουν ως αιτία τη σπάνι σε φυσικούς πόρους. Σ΄ αυτό το τελευταίο, τουλάχιστον, δεν είναι μόνος.

Το συμπέρασμά του; Όπως θα περίμενε κανείς έπειτα από όσα προηγήθηκαν, δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Ο Γκρέι μοιάζει βέβαιος ότι κάποια στιγμή η φύση θα προχωρήσει σε «αυτοκάθαρση» με την εξολόθρευση του ανθρώπινου είδους. Αλλά η πρότασή του για μια θετική και πρακτική στάση ζωής στις σημερινές συνθήκες είναι η εξής: να χρησιμοποιούμε πλήρως την επιστήμη και την τεχνολογία, χωρίς όμως την ψευδαίσθηση ότι θα μας κάνουν ελεύθερους, έλλογους ή ακόμα και πνευματικά υγιείς· να επιδιώκουμε την ειρήνη, χωρίς να ελπίζουμε σ΄ έναν κόσμο χωρίς πόλεμο· να αγαπάμε την ελευθερία, γνωρίζοντας ότι είναι ένα διάλειμμα μεταξύ αναρχίας και τυραννίας.

Μια τέτοια στάση μπορεί να είναι, και προσωπικά πιστεύω πως είναι, σοφή σε ιδιωτικό επίπεδο. Αλλά σε επίπεδο σύμπραξης με άλλους, δεν ξέρω. Το βιβλίο του Γκρέι, βέβαια, δεν είναι καμιά συστηματική πραγματεία. ΄Εχει μάλλον τον χαρακτήρα μιας σειράς ανεπτυγμένων αφορισμών, οργανωμένων χαλαρά γύρω από ένα κεντρικό θέμα, πράγμα που το κάνει απολαυστικό στην ανάγνωση, χάρη και στο λαμπρό ύφος του συγγραφέα (που αποδόθηκε πολύ ωραία στα ελληνικά από τον μεταφραστή). Διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα της αντίφασης, την οποία θέλει να απαλείψει από τη ζωή των ανθρώπων. ΄Ετσι, η ανθρώπινη φύση δεν διαφέρει από αυτή των ζώων, αλλά... νά που διαφέρει, όπως μας λέει ο ίδιος ο Γκρέι αλλού: χαρακτηρίζεται από μια σύγκρουση ενστίκτων, όπου το αίσθημα της πλήξης ανταγωνίζεται την ανάγκη για ασφάλεια, η λαχτάρα της βίας αντιμάχεται την αγάπη της ειρήνης, ο πειρασμός της σκέψης αναμετριέται με τον φόβο των συνεπειών της. Ο Γκρέι, όπως και αρκετοί άλλοι δυτικοί φιλόσοφοι εδώ και περίπου έναν αιώνα, θεωρεί δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας του δυτικού πολιτισμού μια κολοσσιαία παρεκτροπή, μια ύβρι κατά της φυσικής τάξης πραγμάτων. Πέρα από το πόσο ορθολογικά ή δίκαια μπορεί να αποτιμηθεί ένας πολιτισμός με τέτοιους όρους, δεν χρειάζεται παρά μια μικρή μετατόπιση της έμφασης για να γίνει η ύβρις έφεση στην υπέρβαση, που είναι και αυτή μια από τις παράξενες τάσεις της ανθρώπινης φύσης.

Αν όμως η βαθύτερη στάση του Γκρέι είναι περισσότερο συναισθηματική παρά ορθολογική (και τι άλλο από συναισθηματική μπορεί να είναι μια βαθύτερη στάση;), πρέπει να την εκτιμήσουμε ακόμα και ως τέτοια. Όπως το δάκρυ καθαρίζει το μάτι, έτσι και η ολοφάνερη απόγνωση του Γκρέι για την ανθρώπινη ασχήμια που ανέδειξε ο 20ος αιώνας, με τον 21ο να συνεχίζει στα ίδια χνάρια, κάνει αυτόν τον στοχαστή να διακρίνει ορισμένες βασανιστικές αλήθειες και να αναζητά τρόπους συμφιλίωσης μαζί τους.


John Gray
ΑΧΥΡΕΝΙΑ ΣΚΥΛΙΑ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΖΩΑ
ΜΤΦ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ ΕΚΔ. ΟΚΤΩ, ΑΘΗΝΑ 2008 ΣΕΛ. 271, ΤΙΜΗ: 18 ΕΥΡΩ


ΝΕΑ 14-2-2009

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Dame Kiri Te Kanawa sings "O, Holy Night"

Συνέντευξη του Αλέν Μπαντιού στην Καθημερινή της Κυριακής, 22-11-2009

Η επιστροφή της Μεγάλης Ιδέας

Ο Αλέν Μπαντιού μιλάει για την πνευματική παρακμή της Ευρώπης και για την επαναθεμελίωση της κοινωνικής χειραφέτησης

Συνέντευξη στον Πετρο Παπακωνσταντινου

Πολυσύνθετη προσωπικότητα με εικονοκλαστικό πνεύμα, ο Αλέν Μπαντιού είναι ο πλέον μεταφρασμένος, ζων φιλόσοφος της Γαλλίας. Στον αντίποδα των περιλάλητων «νέων φιλοσόφων», ορισμένοι εκ των οποίων ξεκίνησαν από τον Γαλλικό Μάη του ’68 για να βρεθούν να υποστηρίζουν τον Νικολά Σαρκοζί ή και την Αμερική του Τζορτζ Μπους, ο Μπαντιού μπορεί να υπερηφανεύεται λιγότερο για τη μιντιακή του ακτινοβολία και περισσότερο για την πρωτοτυπία της θεωρητικής του παραγωγής. Το επιβλητικό του έργο Το Είναι και το Συμβάν, σηματοδοτεί μια ριζοσπαστική επιστροφή στον Πλάτωνα, επαναπροσδιορίζοντας το ίδιο το πεδίο της φιλοσοφίας. Βασικά στοιχεία της φιλοσοφικής του σκέψης περιέχονται στη συλλογή δοκιμίων Από το Είναι στο Συμβάν, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, μαζί με το τελευταίο του βιβλίο, Η Κομμουνιστική Υπόθεση.

Συναντήσαμε τον κ. Μπαντιού στην πάντα φιλόξενη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου, στο περιθώριο διεθνούς φιλοσοφικού συνεδρίου. Η συζήτησή μας επικεντρώθηκε λιγότερο στα μεγάλα, θεωρητικά ερωτήματα και περισσότερο στις πολιτικές πλευρές των αναζητήσεων ενός ετερόδοξου διανοητή, που μιλάει για κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό και για κοινωνική αλλαγή χωρίς κατάληψη της εξουσίας, επιμένοντας ότι οι μεγάλες Ιδέες είναι πάντα αναγκαίες, αν δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε τον πόθο της ζωής με την αγωνία της επιβίωσης.

– Μιλάτε για την Ιδέα με Ι κεφαλαίο. Είναι δυνατόν, μετά από τόσα χρόνια κυριαρχίας του μεταμοντέρνου στον ευρύτερο αριστερό χώρο, να μιλάει κανείς για Μεγάλες Αφηγήσεις, χωρίς να εγείρει την υποψία ότι κάπου στο βάθος κρύβεται ένα καινούργιο Αουσβιτς ή ένα καινούργιο Γκουλάγκ;

– Ποτέ δεν αποδέχθηκα αυτή τη μεταμοντέρνα διάγνωση, ότι πίσω από κάθε μεγάλη ιδέα κρύβεται η νοοτροπία του ολοκληρωτισμού. Για μένα, αυτή η λογική ήταν απλώς η μεταμφίεση της ιδεολογικής συνθηκολόγησης. Θα έλεγα, όμως, ότι αυτή η νοοτροπία κρύβει και κάτι άλλο, ευρύτερο: την πνευματική γήρανση και αποθάρρυνση της Ευρώπης. Αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η σημερινή Ευρώπη αντιπροσωπεύει την πιο γερασμένη και κουρασμένη περιοχή του πλανήτη. Μια ήπειρο, όπου κυριαρχεί η παρακμή και η αποδοχή αυτής της παρακμής, κάτι που περιορίζει τη φιλοδοξία μας στην επιδίωξη να είναι τα γηρατειά μας ήρεμα και ανώδυνα. Σ’ αυτό το φόντο, η επιστροφή της μεγάλης ιδέας, του πόθου της ριζοσπαστικής αλλαγής, προβάλλει, ίσα ίσα, ως προϋπόθεση για την άρση αυτής της νεκρικής ατονίας, για την αναζωογόνηση του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στις μεγάλες αφηγήσεις της εξουσίας, στις ιδέες που περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα της κατάληψης και του μετασχηματισμού του κράτους. Η απελευθερωτική ιδέα δεν χρειάζεται καθόλου να είναι «ολότητα» με την έννοια του κράτους που ενοποιεί την κοινωνία, για να είναι μεγάλη.

H Γαλλία

– Πρόσφατα η Liberation έκανε λόγο για πνευματική παρακμή της Γαλλίας, την οποία απέδιδε σε ένα παράδοξο: στο γεγονός ότι η πτώση του κομμουνισμού προκάλεσε ένα είδος στείρωσης ακόμη και σ’ εκείνους που του είχαν αντιταχθεί. Συμμερίζεσθε αυτή τη διάγνωση;

– Οχι. Η πνευματική γονιμότητα της Γαλλίας τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 δεν προήλθε από την πλευρά που απέρριπτε τον κομμουνισμό. Προήλθε από ανθρώπους που συνδέονταν με την ιδέα της κομμουνιστικής χειραφέτησης, όπως ο Σαρτρ και ο Αλτουσέρ ή ο Φουκώ και ο Ντελέζ. Βεβαίως, διατηρούσαν μια κριτική ματιά και πολλοί από αυτούς οδηγήθηκαν σε σύγκρουση με το Κομμουνιστικό Κόμμα, εν πάση περιπτώσει, όμως, ενδιαφέρονταν για την κομμουνιστική ιδέα. Εκείνοι που στέκονταν στην απέναντι όχθη, όπως οι λεγόμενοι νέοι φιλόσοφοι -Μπερνάρ - Ανρί Λεβί, Αλέν Φινκελκρό, κ.ά.- δεν θεωρούνταν ποτέ, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής κοινότητας της Γαλλίας, εξέχοντες φιλόσοφοι. Ελαμπαν στον κόσμο των μίντια, ναι, αλλά όχι στον κόσμο της φιλοσοφίας. Ακόμη και σήμερα, σ’ αυτή τη δύσκολη, μεταβατική εποχή, οι πιο γόνιμες συνεισφορές στη γαλλική φιλοσοφία εξακολουθούν, πιστεύω, να προέρχονται από ανθρώπους που συνδέονται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, όπως ο Ρανσιέρ, ο Μπαλιμπάρ και άλλοι.

– Κεντρικό ρόλο στο έργο σας διαδραματίζει η έννοια του «Συμβάντος», ενός εξαιρετικού γεγονότος που έρχεται σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, διακόπτει την «κανονική» ροή των πραγμάτων και γεννά άπειρες νέες δυνατότητες, κάτι σαν τη «Μεγάλη Εκρηξη» της κοσμολογίας, μεταφερμένη στον χώρο της κοινωνικής φιλοσοφίας. Πώς απαντάτε στην κριτική του συναδέλφου σας, Ντανιέλ Μπενσαίντ, ότι ένα τέτοιο «Συμβάν», αποκομμένο από κάθε ιστορική αιτιότητα, δεν διαφέρει και πολύ από το θρησκευτικό θαύμα;

– Το ζήτημα είναι πώς βλέπει κανείς την περίφημη ιστορική αιτιότητα. Πάρτε για παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση. Οι ιστορικοί μπορεί να επικαλεσθούν ένα εκατομμύριο κοινωνικά αίτια, αλλά αυτά τα αίτια δεν εξηγούν τίποτα, αναφορικά με το γιατί έγινε, εκεί όπου έγινε, τη στιγμή που έγινε και με τον τρόπο που έγινε, μια επανάσταση που άλλαξε την πορεία του κόσμου. Υπήρξε μια συσσώρευση καθαρά συγκυριακών, πολιτικών επιλογών, με κορύφωση τη Συνέλευση των Τάξεων που συγκάλεσε ο βασιλιάς, οι οποίες δημιούργησαν τη δυνατότητα της επανάστασης. Mια δυνατότητα, η οποία είναι, φυσικά, συμβατή με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες. Αλλά η συμβατότητα δεν σημαίνει καθόλου ντετερμινιστικό καθορισμό, κι αυτή είναι η διαφορά μας. Υπάρχουν πάρα πολλές αιτιότητες και όχι μία γραμμική αιτιότητα, η οποία θα εξηγούσε, φερ’ ειπείν, την άλωση της Βαστίλλης από την κρίση των σιτηρών. Επομένως, το Συμβάν δεν είναι κάτι που διαψεύδει, κατά έναν μαγικό τρόπο, τους υποτιθέμενους κοινωνικούς νόμους, όπως το θρησκευτικό θαύμα διαψεύδει τους νόμους της φύσης. Αποτελεί, ωστόσο, μια ιστορική τομή, που χωρίζει απότομα το «πριν» και το «μετά». Για παράδειγμα, ποια αυστηρή αιτιότητα μπορεί να εξηγήσει τον Μάη του ’68; Η έκρηξη ήρθε σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, σε μια στιγμή ηρεμίας, οικονομικής ακμής, όταν όλα πηγαίναν «καλά» και κανείς, μα κανείς δεν περίμενε την εξέγερση.

H νεολαία

– Πολλοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι της χώρας σας είδαν την έκρηξη της ελληνικής νεολαίας, τον περασμένο Δεκέμβριο, ως προοίμιο ενός «Συμβάντος» του είδους που περιγράφετε, και όχι μόνο για την Ελλάδα. Συμμερίζεσθε αυτή την οπτική;

– Δεν είμαι καθόλου βέβαιος, γιατί τα γεγονότα κρίνονται πρώτα απ’ όλα από τις συνέπειές τους. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, αυτό που φαίνεται με γυμνό μάτι, τουλάχιστον στα μάτια ενός Γάλλου, είναι ότι επιτάχυναν την πτώση μιας δεξιάς κυβέρνησης, που είχε ήδη πολύ άσχημες επιδόσεις, οδηγώντας στην επιστροφή των σοσιαλιστών, όπως είχε γίνει με τις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’90. Ωστόσο, ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός στη Γαλλία ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν από τη νεολαία ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό -και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός- αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει, ίσως σε μεγαλύτερη κλίμακα, και τις ίδιες.

Η χειραφέτηση δεν περνάει από την εξουσία

– Μιλάτε για έναν «κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό», υποστηρίζοντας ότι το κομμουνιστικό κόμμα, τα μαζικά συνδικάτα, όλες αυτές οι ιστορικές καινοτομίες του εικοστού αιώνα, είναι μορφές μη εφαρμόσιμες σήμερα. Βλέπετε άλλες, «εφαρμόσιμες» μορφές εκπροσώπησης;

– Κοιτάξτε, η κομμουνιστική ιδέα στην αρχική και θεμελιακή της έννοια είναι η ιδέα της καθολικής απελευθέρωσης, η οποία παίρνει τις πιο διαφορετικές μορφές στην ιστορία, από τις εξεγέρσεις των δούλων υπό τον Σπάρτακο και των Γερμανών αγροτών υπό τον Τόμας Μύντσερ, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Τι μορφές μπορεί να πάρει αυτή η ιδέα σήμερα, απλούστατα δεν το γνωρίζω. Αν πάμε πίσω στο 1840, ο νεαρός, τότε, Μαρξ δεν μπορούσε να φανταστεί τι μορφές θα έπαιρνε η οργάνωση και κινητοποίηση των μαζών που θα εμπνέονταν από την κομμουνιστική χειραφέτηση. Το πρώτο μαζικό, εργατικό κόμμα συγκροτήθηκε στη Γερμανία μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα, δεν μπορώ να δω τις καινούργιες μορφές έκφρασης και δράσης που θα γεννηθούν. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το παραδοσιακό μοντέλο του λενινιστικού κόμματος, με τη στρατιωτική πειθαρχία, που ετοιμάζεται για ένοπλη εξέγερση, είναι ξεπερασμένο από την ιστορία.

– Πώς βλέπετε τη σύλληψη του Χόλογουεϊ, ο οποίος προτείνει, όπως λέει ο τίτλος του ομώνυμου βιβλίου του, «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»;

– Πιστεύω ότι, για την ώρα, η οργάνωση των πολιτικών δυνάμεων πρέπει να γίνει σε απόσταση από την εξουσία, γιατί το ζήτημα της εξουσίας είναι το πιο σκοτεινό στην παράδοση της Αριστεράς, εκεί όπου οι εμπειρίες του περασμένου αιώνα είναι ξεκάθαρα αρνητικές. Τα καθεστώτα που ιδρύθηκαν, στη Σοβιετική Ενωση, την Κίνα και αλλού, δεν εξελίχθηκαν σε μορφές χειραφέτησης, ούτε προς τον περίφημο μαρασμό του κράτους, το αντίθετο οδηγήθηκαν στη γιγάντωση ενός πανίσχυρου μηχανισμού κρατικής ισχύος. Σήμερα, το πρωταρχικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον της προσπάθειας συγκρότησης μιας νέας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά η ανάγκη να σκεφτεί κριτικά τον ίδιο της τον εαυτό.

– Εχω την αίσθηση ότι αναζητάτε στο πρόσωπο του «Τέταρτου Κόσμου», των μεταναστών εργατών, το ρόλο που αναζητούσαν οι μαρξιστές στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Μπορεί ένα κοινωνικό στρώμα τόσο ανομοιογενές, συχνά απόμακρο από την πολιτική με την τρέχουσα έννοια, να εξελιχθεί σε φορέα ενός νέου κοινωνικού υποδείγματος;

– Κοιτάξτε, οι προσωπικές μου εμπειρίες από τις προσπάθειες χρόνων για την οργάνωση αυτών των στρωμάτων με έπεισαν ότι δεν πρόκειται καθόλου για ανθρώπους απομακρυσμένους από την πολιτική. Αντιθέτως, έρχονταν πάντα με αναζητήσεις, προτάσεις. Οπως δεν πρόκειται καθόλου για συντετριμμένους ανθρώπους, με απλοϊκές ανάγκες. Συχνά συναντάμε ανθρώπους που μιλάνε ξένες γλώσσες, έχουν πολιτικές εμπειρίες ήδη από την πατρίδα τους, κάποτε εμπειρίες πάλης απέναντι σε τυραννικά καθεστώτα, ανθρώπους με αυτοεκτίμηση και ανοιχτούς ορίζοντες. Δεν βρίσκεται εκεί, λοιπόν, η δυσκολία. Το πρόβλημα δεν είναι το κοινωνικό υποκείμενο της απελευθερωτικής πολιτικής, αλλά ο τόπος αυτής της πολιτικής. Σε προηγούμενες εποχές, ο τόπος αυτός ήταν το μεγάλο εργοστάσιο. Αλλά σήμερα αυτό το μεγάλο εργοστάσιο δεν υπάρχει στις λεγόμενες αναπτυγμένες κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, έχει μεταναστεύσει στην Κίνα ή στη Βραζιλία. Αυτός ο κατακερματισμός του σύγχρονου προλεταριάτου κάνει πολύ πιο σύνθετη την ενοποίησή του και την επαφή του με την κριτική διανόηση. Κι αυτή η δυσκολία ενισχύει, κατά τη γνώμη μου, τη σημασία της στρατηγικής σύλληψης. Οσο πιο δύσκολη είναι η ενοποίηση, τόσο πιο ισχυρή πρέπει να είναι η Ιδέα για να επιβληθεί.

Ο Σαρκοζί είναι το πνεύμα της ήττας

– Το πολύ επικριτικό δοκίμιό σας με τον παράξενο τίτλο «Ποιανού πράγματος το όνομα είναι ο Σαρκοζί;» συνάντησε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πώς δικαιολογείτε τον εκ πρώτης όψεως παράτολμο παραλληλισμό του φαινομένου Σαρκοζί με το φαινόμενο Πετέν, στο κατοχικό καθεστώς του Βισύ;

– Ακούστε, εδώ γίνεται παρεξήγηση. Δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι ο Σαρκοζί είναι ένας νέος Πετέν, κάτι τέτοιο θα ήταν όντως παράλογο. Ο παραλληλισμός μου αφορούσε όχι το πρόσωπο Σαρκοζί, αλλά το πνεύμα του έθνους που τον ακολούθησε. Ενα πνεύμα παράδοσης απέναντι στην ήττα, που περιορίζει τις φιλοδοξίες μας στο να γεράσουμε ήρεμα, με ασφάλεια, χωρίς να παίρνουμε κανένα ρίσκο για κάτι καλύτερο.

Αυτοί που ακολούθησαν τον Πετέν δεν ήταν κατά κύριο λόγο φιλοναζί, ήταν άνθρωποι αποθαρρυμένοι, που ήθελαν πάση θυσία να αποφύγουν το ρίσκο του πολέμου, προτιμώντας μια μίζερη επιβίωση με συνθηκολόγηση στους Ναζί. Κάτι ανάλογο, πιστεύω, ενσάρκωσε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες ο Σαρκοζί: Το θάνατο της ελπίδας και την αντικατάσταση του πόθου της ζωής από την ανάγκη της επιβίωσης.