Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Καθημερινή της Κυριακής, 15-11-2009


Α. Μπαντιού, ο φιλόσοφος της συμβαντικής αλήθειας

Θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, μαθηματικός, πολιτικός αγωνιστής, ο Alain Badiou (γ. 1937), είναι μία από τις κορυφαίες μορφές της σύγχρονης φιλοσοφίας. Τα δύο μνημειώδη έργα του «Είναι και συμβάν» και «Λογικές των κόσμων» αποτελούν σταθμό στη σύγχρονη σκέψη. Είναι ο πλέον πολυμεταφρασμένος Γάλλος διανοητής, κάτι που είναι ενδεικτικό της παγκόσμιας απήχησης της σκέψης του. Είναι ομότιμος καθηγητής στην φημισμένη Ecole Normale Suprieure και ιδρυτής του CIEPFC (Διεθνές Κέντρο Μελετών της Σύγχρονης Γαλλικής Φιλοσοφίας).

Προδημοσίευση αποσπάσματος από μια εισαγωγή στη φιλοσοφική του σκέψη από τον μελετητή του Μπαντιού, Δημήτρη Βεργέτη, ψυχαναλυτή και διευθυντή του περιοδικού «αληthεια».

Μια διαδικασία εις άπειρον εκτεινόμενη

Σε αντιπαράθεση με τη σύγχρονη Σοφιστική και ενάντια στο παλιρροϊκό μάγμα του μεταμοντέρνου, ο Α. Μπαντιού προάγει την Αλήθεια σε δεσπόζουσα, μαχητική κατηγορία της φιλοσοφίας, κεντροθετεί την φιλοσοφική πράξη στην εγχειρηματικότητά της και διακηρύσσει, συνομολογώντας με τον Λακάν, ότι υπάρχουν αλήθειες. Ως μαχητικός θεματοφύλακας της ύπαρξης αληθειών, η φιλοσοφία του διατηρεί εμπόλεμες σχέσεις με τη σοφιστική αναγωγή της αλήθειας σε «συνθήκες, κανόνες, είδη του λόγου, γλωσσικά παίγνια».

Εναρμονισμένη με τις οντολογικές προδιαγραφές της, παρότι καθ’ υπέρβασιν εγγραφόμενη σ’ αυτές εν είδει ρωγμής, η αλήθεια, στη μινιμαλιστική της συγκρότηση, είναι δομημένη σαν μια πολλαπλότητα. Ο όρος αποτελεί βασικό κύτταρο του συστήματός του. Η στοιχειοθέτηση της αλήθειας ως πολλαπλότητας εκτοπίζει εκ προοιμίου το μοτίβο της υπερβατικότητας από το πεδίο της σύλληψής της. Η φιλοσοφία του αποσκοπεί πρωτίστως να απελευθερώσει το σχήμα της αλήθειας από κάθε οντο-θεολογική ομηρία. Η αλήθεια είναι εμμενής στη κατάσταση όπου επέρχεται και όπου αναπτύσσει την ανατρεπτική εγχειρηματικότητά της.

Εμμενής σημαίνει ότι η αλήθεια δεν εμφανίζεται ως απρόσκλητος έπηλυς αλλά επέρχεται εκ των ένδον. Εάν λοιπόν δεν είναι θεόσταλτη και εξ αποκαλύψεως, εάν δεν εισέρχεται στην κατάσταση με διαβατήριο αλλοδαπού, το ερώτημα που προκύπτει αφορά την τοπική της ανάδυσής της. Αυτή οριοθετείται μεν εντός της κατάστασης, δεν συμπίπτει όμως με αυτήν. Κάθε κατάσταση παρουσιάζεται με μια στοιχειώδη δομική συνοχή και διατηρείται σε σχετική ισορροπία. Για τη διασάλευσή της χρειάζεται κάτι το επιπλέον, κάτι που έρχεται να εγγραφεί σ’ αυτήν καθ’ υπέρβασιν των κανόνων που ρυθμίζουν την ομοιοστασία της και διαφυλάσσουν τη συνοχή της. Αυτό το επιπλέον, υπογραμμίζει, «το ονομάζω συμβάν». Το απαρκτήριο σκίρτημα της αλήθειας είναι πάντα ανιχνεύσιμο στην ρηξιγενή τοπική του συμβάντος.

Η καταγωγή της αλήθειας είναι λοιπόν συμβαντική. Συνάγουμε ότι λίκνο της δεν είναι το Νόημα της εμπειρίας ή του είναι, του οποίου θα αποτελούσε την ερμηνευτική αποκωδικοποίηση. Η αλήθεια δεν αποτελεί αρχή (principe) μιας ερμηνευτικής, όπως διατείνεται μια ορισμένη φιλοσοφία. Επίσης λίκνο της δεν είναι το αντικείμενο ως γνωστική κατηγορία. Επομένως, η αλήθεια δεν αποτελεί αρχή μιας επιστημολογίας της γνώσης. Δεν είναι εξομοιώσιμη με εκφερόμενες κρίσεις, σημάνσιμες ως αληθείς ή ψευδείς, καθυποταγμένες σε πρωτόκολλα επαληθευσιοκρατία, στα οποία εντρυφεί η αγγλοσαξονική σκέψη. Κατά μείζονα λόγο δεν είναι η βασιλική οδός και το υποκειμενικό αποτύπωμα μιας μυσταγωγικής επιφοίτησης. Η αλήθεια είναι διαδικασία εις άπειρον εκτεινόμενη και συνεπώς μη ολοκληρώσιμη μέσα στην περατότητα μιας Αποκάλυψης ή μιας τελεσίδικης ετυμηγορίας. Κατά κάποιον τρόπο είναι αέναα εμπλουτίσιμη από τις παρεμβάσεις του υποκειμένου που κυοφορήθηκε στη ρωγμή του συμβάντος και παραμένει πιστό στην ρηξιγενή καινοτομία του.

Ενα τέτοιο συμβάν για τον Μπαντιού ήταν ο Μάης του ’68.

Η φιλοσοφία όμως δεν παράγει ενδογενώς αλήθειες. Διακηρύσσει, σε αντίθεση για παράδειγμα με τη σοφιστική των γλωσσικών παιγνίων ή τη ναρκισσευόμενη αδολεσχία του μεταμοντέρνου, ότι υπάρχουν αλήθειες, ετερογενούς προελεύσεως και σε πληθικό αριθμό. Οικοδομεί κυρίως τον χώρο της ομότοπης συνύπαρξής τους. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες σημείο. Το εγχείρημα αυτό υπαγορεύεται από την ετερογένεια των τόπων όπου κατανέμεται η πολλαπλότητά τους. Αυτοί οι τόποι στοιχειοθετούνται από τις «διαδικασίες αλήθειας».

Ως γνωστόν, ο Μπαντιού διακρίνει τέσσερα είδη διαδικασιών που συγκροτούν μήτρες παραγωγής αληθειών. Αλήθειες παράγει η επιστήμη, η πολιτική, η τέχνη και ο έρωτας – ως διυποκειμενική επαλήθευση της διαφοράς των φύλων. Αποτελούν τους όρους, ή συνθήκες, της φιλοσοφίας, η πράξη της οποίας συνίσταται στη ομότοπη περισυλλογή τους.

Η άδηλη ρίζα της «γλωσσικής στροφής» της Φιλοσοφίας

(Ολη σχεδόν η σύγχρονη θεωρητική σκέψη αποτελεί πολυσχιδή προέκταση μιας μείζονος εκ-τροπής που καταχωρίσθηκε στο φιλοσοφικό αρχείο του 20ού αιώνα υπό την επωνυμία «γλωσσική στροφή». Στο κείμενό του Λογική, Φιλοσοφία, «γλωσσική στροφή», ο Μπαντιού εντοπίζει και ανατέμνει την άδηλη ρίζα αυτού του φαινομένου. Το ακόλουθο απόσπασμα συμπυκνώνει τη διάγνωση μιας ανυποψίαστης σύμπλευσης στις απαρχές της εκ-τροπής. Προέρχεται Από το Είναι στο Συμβάν, υπό έκδοση στη σειρά αληthεια, εκδ. Πατάκη. ΔΒ)

Η γλωσσική στροφή έχει, όπως ξέρουμε, δύο όψεις φαινομενικά αντιτιθέμενες, όπου δεσπόζουν δύο κύρια ονόματα: Wittgenstein και Heidegger. Από τον πρώτο θα συγκρατήσουμε τη διατύπωση σύμφωνα με την οποία ο κόσμος και η γλώσσα είναι απόλυτα συνεκτατοί, με τα όρια του μεν να είναι ακριβώς τα όρια της δε. Από τον δεύτερο θα συγκρατήσουμε ότι η σκέψη σε καιρούς απόγνωσης είναι πρωτίστως όδευση προς τη γλώσσα, ή, όπως ο Heidegger λέει με αφορμή τον Rilke, «υπάρχει εγκάλυψη επειδή κρύπτεται η ουσιώδης περιοχή, αλλά μένει η ωδή που ονομάζει τη Γη». Σε κάθε περίπτωση, ο τόπος όπου διακυβεύεται το πεπρωμένο της σκέψης είναι ακριβώς το σύνορο του λεκτού. Και για να υπάρχει ένας τέτοιος τόπος, πρέπει τα μαθηματικά, συρρικνωμένα στην υπολογιστική και τυφλή λογική, να μην είναι σκέψη.

Ο Wittgenstein θα υποστηρίξει συγχρόνως:

1. «Τα μαθηματικά είναι μια λογική μέθοδος» (Tractatus, 6.2)…

2. «Η πρόταση στα μαθηματικά δεν εκφράζει καμιά σκέψη» (Tractatus 6.21).

Και ο Heidegger θα συρρικνώσει με την ίδια χειρονομία τα μαθηματικά στην υπολογιστική διάσταση της τεχνικής κυριαρχίας: «Συμβαίνει έτσι το είναι του όντος να γίνεται στοχάσιμο μέσα στον καθαρή σκέψη των μαθηματικών. Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογίσιμο και ενταγμένο στον μαθηματικό λογισμό είναι, καθιστά το ον κάτι το επιδεκτικό κυριαρχίας στους κόλπους της μοντέρνας τεχνικής με τη μαθηματική της δομή».

Ετσι, ο Wittgenstein και ο Heidegger συμμερίζονται την ταύτιση των μαθηματικών και της λογικής, στους κόλπους μιας υπολογιστικής διάταξης όπου η σκέψη δεν είναι πλέον σκεπτόμενη. Και ο ένας και ο άλλος στρέφουν αυτή την ταύτιση προς την προσφυγή στο ποίημα, ως εκείνο που, μέσα στη γλώσσα, επιμένει να συνάδει με την κατονομασία αυτού που αποσύρεται. Σύμφωνα με τον Heidegger, δεν μας μένει παρά η ωδή που ονομάζει τη Γη. Ομως, ο Wittgenstein θα γράψει επίσης: «Σκέφτομαι πως έχω συνοψίσει τη στάση μου απέναντι στη φιλοσοφία όταν είπα: η φιλοσοφία θα έπρεπε να γράφεται σαν μια ποιητική σύνθεση».

Η γλωσσική στροφή είναι έτσι η ουσιώδης συσχέτιση, φιλοσοφικά θεσμισμένη, ανάμεσα αφενός στην υπολογιστική ταυτότητα των μαθηματικών και της λογικής, που είναι υφαίρεση της σκέψης προς όφελος μιας τυφλής και τεχνικής δύναμης του κανόνα, και αφετέρου στην αρχι-αισθητική προσφυγή στην ειρηνοποιό και διαυγασμένη δύναμη του ποιήματος.

Το πρωτόκολλο μιας ρήξης μ’ αυτή τη φιλοσοφική διάταξη απαιτεί κατά συνέπεια τουλάχιστον δύο χειρονομίες…

Η πρώτη είναι η κριτική επανεξέταση του ποιήματος ως ερείσματος μιας αρχι-αισθητικής σύλληψης του πεπρωμένου της φιλοσοφίας…

Η δεύτερη χειρονομία είναι μια επαναθεωρημένη αποσύνδεση της λογικής και των μαθηματικών, ικανή να αποδώσει στα μαθηματικά την σκεπτόμενη διάστασή τους…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου