Αναδημοσίευση από την Καθημερινή 22 Αυγούστου 2009
Μετά είκοσι έτη...
Του Nίκου Γ. Ξυδάκη
Δύο πρόσωπα της Αριστεράς, με διαφορετικές διαδρομές, διαφορετική βιοσοφία, εντελώς διαφορετικό ιδίωμα, ο αριστεριστής Περικλής Κοροβέσης και ο συστημικός Λεωνίδας Κύρκος, μας θύμισαν ξανά ότι η Αριστερά δεν είναι ενιαία και ομονοούσα, αφενός, και ότι μπορεί να κρύβει σκελετούς στα ντουλάπια της, αφετέρου.
Ο ανένταχτος, φερέοικος Κοροβέσης, βουλευτής τώρα του ΣΥΡΙΖΑ, προκάλεσε σεισμό επαναλαμβάνοντας αφελώς όσα κυκλοφορούν στον Τύπο και στα καφενεία από το ’89–’90 για τη μεγάλη ανάθεση των ψηφιακών στη Siemens–Ιντρακόμ. Ότι, δηλαδή, και η ηγεσία των ΕΑΡ–ΚΚΕ, μετέχουσα στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα, συναίνεσε με Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ για την ανάθεση, και ίσως με το αζημίωτο (το περίφημο 3-2-1). Καθώς το σκάνδαλο Siemens καταβαραθρώνει το πολιτικό σύστημα ακόμη πιο βαθιά στην αναξιοπιστία και τη χλεύη, ο Κοροβέσης θύμισε επώδυνα τις μέρες του «βρώμικου ’89», ένα ιστορικό ορόσημο, όταν η ΕΑΡ του Λ. Κύρκου και το ΚΚΕ του Χ. Φλωράκη συγκυβέρνησαν με τη Ν.Δ. του Κ. Μητσοτάκη επί τρεις μήνες, και έστειλαν τον Ανδρ. Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο.
Ο σημερινός Συνασπισμός, απότμημα του τότε ενιαίου, ζητάει το κεφάλι του Κοροβέση, όχι μόνον επειδή αναπαρήγαγε ατεκμηρίωτες φήμες περί χρηματισμού, αλλά επειδή κυρίως θύμισε αυτές τις «βρώμικες μέρες». Διότι την πολιτική κληρονομιά αυτών των ημερών δεν θέλει να τη θυμάται κανείς στον ΣΥΝ, και ιδίως οι Ανανεωτές και οι συστημικοί. Διότι η πολιτική ευθύνη (και χωρίς χρηματισμό) παραμένει ακέραια για τις πράξεις που προσυπέγραψε ή ανέχθηκε η τότε Αριστερά: τα ψηφιακά του ΟΤΕ είναι μια τέτοια πράξη· ο νόμος που εκχώρησε τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες φωτογραφικά σε νέους μιντιακούς βαρώνους, είναι άλλη πράξη.
Αυτήν ακριβώς την κληρονομιά εκλεκτικής αμνησίας και καιροσκοπικών συνεργασιών μας θυμίζει τους τελευταίους μήνες ο Λεωνίδας Κύρκος, ηγέτης του ΚΚΕεσ. και της ΕΑΡ στη συγκυβέρνηση και σε εκλογικές συντριβές. Δεν είναι αυτή η Αριστερά, Αλέξη – ωρυόταν τον Δεκέμβρη, απευθυνόμενος στον Τσίπρα. Ανίκανοι οι Τσίπρας και Αλαβάνος· μόνη λύση είναι η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ – έγραφε προχθές.
Ο Λ. Κύρκος ξέρει ποια είναι η Αριστερά. Του ’89. Με μια διαφορά: στη θέση του Κ. Μητσοτάκη, τώρα ο Γ. Α. Παπανδρέου.
Σάββατο 22 Αυγούστου 2009
Αναδημοσίευση άρθρου του Νικόλα Σεβαστάκη από την Ελευθεροτυπία 21 Αυγούστου 2009.
Του ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ
Ο κ. Χ. και ο Θοδωρής Ηλιόπουλος
Ο κ.Χ. είναι ένα υψηλής πιστότητας προϊόν της κυβερνώσας ελίτ της τελευταίας εικοσαετίας. Βρέθηκε και έδρασε, ουσιαστικά, στη μεθόριο του εγχώριου φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού, στο πεδίο ώσμωσης των προηγμένων αγορών και της κρατικής γραφειοκρατίας, της ιδιωτικής οικονομίας και του μύχιου κράτους των κομμάτων. Όσο και αν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, αισθάνεται προστατευμένος. Και με το δίκιο του: Δεν πρόκειται, όπως λένε κάποιοι ελαφρά τη καρδία, για άλλη μια περίπτωση Κοσκωτά. Είναι μια φιγούρα η οποία συγκεντρώνει την επικοινωνιακή και συναλλακτική τεχνογνωσία που λειάνθηκε όλα αυτά τα χρόνια κάπου ανάμεσα στα λόμπι της «Μεγάλης Βρεταννίας» και του «Hilton», στις λέσχες της Εκάλης και στα ελβετικά ύψη. Αντιπροσωπεύει μια σπορτίφ, κοσμοπολίτικη, εξωστρεφή και καλά σπουδαγμένη επιχειρηματικότητα, μια ποιοτική υπέρβαση των πρώτων κυμάτων του άγριου νεοπλουτισμού της δεκαετίας του '80. Γι' αυτό, άλλωστε, μπορεί και απαιτεί, διά των συνηγόρων του, να πέσει η θερμοκρασία στην Αθήνα, να μην έχει καύσωνες των σαράντα βαθμών, που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του. Γι' αυτό μπορεί να σπέρνει μικρές υπολογισμένες δόσεις φόβου γνωρίζοντας ότι το πολιτικό σύστημα, η δημοκρατία των προμηθειών, δεν μπορεί να είναι πραγματικά αυστηρή με αυτόν.
Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν έχει επιλέξει να θεωρεί εχθρό τον κ. Χ. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, είναι ενοχλητικός, προφανώς αντιπαθής στους ευεργετηθέντες, απρόβλεπτος, επίσης, για τους φθινοπωρινούς σχεδιασμούς των επιτελείων. Αλλά, σε τελική ανάλυση, είναι μια θεσμική προσωπικότητα. Δεν είναι η «μηδενιστική αλητεία» την οποία καυτηρίασαν οι ενοχλημένοι διανοούμενοι τις ημέρες του Δεκέμβρη. Αντίθετα, ένας τέτοιος «κίνδυνος για τους θεσμούς και το κράτος δικαίου» βρίσκεται σε ασφαλή χέρια: Τις ώρες που ο κ. Χ. καθορίζει με τους συνηγόρους του την προσφορότερη υπερασπιστική στρατηγική, ο επονείδιστος οχλοκρατικός Δεκέμβρης τιμωρείται στο πρόσωπο του Θοδωρή Ηλιόπουλου. Το μήνυμα του ανθρώπου αυτού, κρατούμενου επί μήνες στις φυλακές Κορυδαλλού και απεργού πείνας, είναι ακριβώς το ίδιο το πρόσωπό του. Αυτό το πρόσωπο που φέρει έντονα τα σημάδια της φυσικής καταβολής, της σωματικής ταλαιπωρίας και συγχρόνως αποπνέει σθένος και ήρεμη αυτοπεποίθηση.
Το σημείωμα αυτό γράφεται δίχως να γνωρίζω την κατάληξη του αγώνα του Θοδωρή Ηλιόπουλου. Αισθάνομαι όμως ότι αυτός ο αγώνας με αφορά ακριβώς διότι ο κόσμος του Θοδωρή δεν συναντά τον κόσμο του κ. Χ. Το πείσμα του πρώτου, η απόφασή του να μην αυτοκαταργηθεί ως υποκείμενο συγκεκριμένων ιδεών και αξιών, δεν έχει καμιά σχέση με τη στρατηγική διάσωσης του άλλου. Ο Θοδωρής θέλει να σώσει την τιμή του, την ανθρώπινη και πολιτική του υπερηφάνεια. Ο κ. Χ. επιδιώκει να καταστήσει καθαρό σε όλους ότι η δική του «πολιτεία» αποτελεί μέρος του περίπλοκου παιχνιδιού της δημοκρατίας και οι πρακτικές του αναπόφευκτο τίμημα της διαλεκτικής του εκσυγχρονισμού. Στον Θοδωρή λάμπει το αποσιωπημένο και αγνοημένο πρόσωπο του περασμένου Δεκέμβρη: μια ηθική μαρτυρία εναντίον όλων όσα συμβολίζει ο κ. Χ. Αυτή η ηθική μαρτυρία υπάρχει, έχει περιεχόμενο, παρά το ότι δεν έχει επινοήσει τις πολιτικές της μορφές: είναι η προτεραιότητα των δεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης έναντι της Αυτού Μεγαλειότητος του Εμπορεύματος, η επιθυμία για ισότητα και η άρνηση των προνομίων, η θετική επαναξιολόγηση μιας μη καταναλωτικής, μη ανταγωνιστικής καθημερινότητας. Ένας τέτοιος πυρήνας νοήματος είναι πολύτιμος. Έρχεται να υπενθυμίσει τα όρια της εποχής του κενού, τα ευλογημένα ρήγματα στον θεσμοποιημένο ατομικισμό και στο συμβόλαιο κοινωνικής αδιαφορίας με το οποίο το κενό προοδεύει προς την ολοκλήρωσή του...
Του ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ
Ο κ. Χ. και ο Θοδωρής Ηλιόπουλος
Ο κ.Χ. είναι ένα υψηλής πιστότητας προϊόν της κυβερνώσας ελίτ της τελευταίας εικοσαετίας. Βρέθηκε και έδρασε, ουσιαστικά, στη μεθόριο του εγχώριου φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού, στο πεδίο ώσμωσης των προηγμένων αγορών και της κρατικής γραφειοκρατίας, της ιδιωτικής οικονομίας και του μύχιου κράτους των κομμάτων. Όσο και αν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, αισθάνεται προστατευμένος. Και με το δίκιο του: Δεν πρόκειται, όπως λένε κάποιοι ελαφρά τη καρδία, για άλλη μια περίπτωση Κοσκωτά. Είναι μια φιγούρα η οποία συγκεντρώνει την επικοινωνιακή και συναλλακτική τεχνογνωσία που λειάνθηκε όλα αυτά τα χρόνια κάπου ανάμεσα στα λόμπι της «Μεγάλης Βρεταννίας» και του «Hilton», στις λέσχες της Εκάλης και στα ελβετικά ύψη. Αντιπροσωπεύει μια σπορτίφ, κοσμοπολίτικη, εξωστρεφή και καλά σπουδαγμένη επιχειρηματικότητα, μια ποιοτική υπέρβαση των πρώτων κυμάτων του άγριου νεοπλουτισμού της δεκαετίας του '80. Γι' αυτό, άλλωστε, μπορεί και απαιτεί, διά των συνηγόρων του, να πέσει η θερμοκρασία στην Αθήνα, να μην έχει καύσωνες των σαράντα βαθμών, που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του. Γι' αυτό μπορεί να σπέρνει μικρές υπολογισμένες δόσεις φόβου γνωρίζοντας ότι το πολιτικό σύστημα, η δημοκρατία των προμηθειών, δεν μπορεί να είναι πραγματικά αυστηρή με αυτόν.
Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν έχει επιλέξει να θεωρεί εχθρό τον κ. Χ. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, είναι ενοχλητικός, προφανώς αντιπαθής στους ευεργετηθέντες, απρόβλεπτος, επίσης, για τους φθινοπωρινούς σχεδιασμούς των επιτελείων. Αλλά, σε τελική ανάλυση, είναι μια θεσμική προσωπικότητα. Δεν είναι η «μηδενιστική αλητεία» την οποία καυτηρίασαν οι ενοχλημένοι διανοούμενοι τις ημέρες του Δεκέμβρη. Αντίθετα, ένας τέτοιος «κίνδυνος για τους θεσμούς και το κράτος δικαίου» βρίσκεται σε ασφαλή χέρια: Τις ώρες που ο κ. Χ. καθορίζει με τους συνηγόρους του την προσφορότερη υπερασπιστική στρατηγική, ο επονείδιστος οχλοκρατικός Δεκέμβρης τιμωρείται στο πρόσωπο του Θοδωρή Ηλιόπουλου. Το μήνυμα του ανθρώπου αυτού, κρατούμενου επί μήνες στις φυλακές Κορυδαλλού και απεργού πείνας, είναι ακριβώς το ίδιο το πρόσωπό του. Αυτό το πρόσωπο που φέρει έντονα τα σημάδια της φυσικής καταβολής, της σωματικής ταλαιπωρίας και συγχρόνως αποπνέει σθένος και ήρεμη αυτοπεποίθηση.
Το σημείωμα αυτό γράφεται δίχως να γνωρίζω την κατάληξη του αγώνα του Θοδωρή Ηλιόπουλου. Αισθάνομαι όμως ότι αυτός ο αγώνας με αφορά ακριβώς διότι ο κόσμος του Θοδωρή δεν συναντά τον κόσμο του κ. Χ. Το πείσμα του πρώτου, η απόφασή του να μην αυτοκαταργηθεί ως υποκείμενο συγκεκριμένων ιδεών και αξιών, δεν έχει καμιά σχέση με τη στρατηγική διάσωσης του άλλου. Ο Θοδωρής θέλει να σώσει την τιμή του, την ανθρώπινη και πολιτική του υπερηφάνεια. Ο κ. Χ. επιδιώκει να καταστήσει καθαρό σε όλους ότι η δική του «πολιτεία» αποτελεί μέρος του περίπλοκου παιχνιδιού της δημοκρατίας και οι πρακτικές του αναπόφευκτο τίμημα της διαλεκτικής του εκσυγχρονισμού. Στον Θοδωρή λάμπει το αποσιωπημένο και αγνοημένο πρόσωπο του περασμένου Δεκέμβρη: μια ηθική μαρτυρία εναντίον όλων όσα συμβολίζει ο κ. Χ. Αυτή η ηθική μαρτυρία υπάρχει, έχει περιεχόμενο, παρά το ότι δεν έχει επινοήσει τις πολιτικές της μορφές: είναι η προτεραιότητα των δεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης έναντι της Αυτού Μεγαλειότητος του Εμπορεύματος, η επιθυμία για ισότητα και η άρνηση των προνομίων, η θετική επαναξιολόγηση μιας μη καταναλωτικής, μη ανταγωνιστικής καθημερινότητας. Ένας τέτοιος πυρήνας νοήματος είναι πολύτιμος. Έρχεται να υπενθυμίσει τα όρια της εποχής του κενού, τα ευλογημένα ρήγματα στον θεσμοποιημένο ατομικισμό και στο συμβόλαιο κοινωνικής αδιαφορίας με το οποίο το κενό προοδεύει προς την ολοκλήρωσή του...
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009
Eίμαι εδώ
Θα μπορούσα μήπως να είμαι αλλού; Βεβαίως, εκεί που δεν έχει γυρισμό. Όταν βγαίνεις, όπως εγώ, μέσα από ένα αυτοκίνητο σχεδόν κατεστραμμένο, σώος και αβλαβής, τότε πήγες και γύρισες. Γι΄αυτό είμαι εδώ κι όχι αλλού. Με ένα γεγονός, που όπως λέει και ένας φίλος μπορεί να σημαδέψει την οδηγική συμπεριφορά μου προς το καλύτερο. Γιατί τώρα βίωσα και ξέρω τι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή στους δρόμους.
ΦΙΛΕ ΟΔΗΓΕ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ.
ΦΙΛΕ ΟΔΗΓΕ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ.
Τρίτη 28 Ιουλίου 2009
Καλοκαιρινές διακοπές
Επιτέλους δύο ολόκληρες εβδομάδες διακοπές, χωρίς σκοτούρες, εφημερίδες,βιβλία, τηλεόραση. Καθάρισε λίγο το μυαλό. Γέμισαν οι μπαταρίες, ελπίζω. Γιατί όμως; To σκηνικό έμεινε όπως το άφησα. Ο χαζός, είχα μια ελπίδα ότι επιστρέφοντας θα έβλεπα κάτι διαφορετικό. Πού κάτι τέτοιο; Καλές δυνάμεις λοιπόν για τη συνέχεια.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009
Μουσικές ενθυμίσεις
Από τη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, το πολύ καλό ένθετο της Ελευθεροτυπίας 10-07-2009, ένα κείμενο του Γιάννη Πετρίδη για τη Judi Collins. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.
JUDY COLLINS
Ανακάλυψε και προώθησε νέους συνθέτες
Από τον Γιάννη Πετρίδη
Με τη μοναδική ικανότητά της να ανακαλύπτει σημαντικά τραγούδια και να τα τραγουδά με την ευαίσθητη φωνή της, η Judy Collins, που πρόσφατα συμπλήρωσε τα 70 χρόνια ζωής, κατάφερε να γράψει τη δικιά της ξεχωριστή ιστορία, αρχικά στον χώρο της φολκ, στη συνέχεια της φολκ ροκ, αλλά και να δηλώσει τη σημαντική παρουσία της σε άλλα μουσικά είδη, κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του '70, όπως η ποπ, τα τραγούδια από σύγχρονα μιούζικαλ και η μουσική κάντρι.
Σε ηλικία 13 ετών έπαιζε πιάνο για τη Συμφωνική ορχήστρα του Ντένβερ και από τα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να ανακαλύπτει σταδιακά ονόματα όπως η Joni Mitchell, της οποίας ηχογράφησε το Both Sides Now όταν ακόμα ήταν άγνωστη, καθώς και τα Suzanne και Dress Rehearsal Rag του Leonard Cohen, στο άλμπουμ της In My Life, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1966. Στον ίδιο δίσκο που ηχογραφήθηκε στην Αγγλία, υπήρχαν τα Ι Think It's Going Το Rain Today του άγνωστου τότε Randy Newman, το Sunny Goodge Song, που ήταν από τα πρώτα τραγούδια των Renaissance, το Pirate Jane των Kurt Weil και Bertolt Brecht και το La Colombe του Jacques Brel. Επίσης κανείς άλλος καλλιτέχνης, εκτός ίσως της Joan Baez σε κάποια φάση της καριέρας της, δεν είχε τόσο συχνή επαφή με τα τραγούδια του Bob Dylan, αφού από τον τρίτο δίσκο της είχε μόνιμη παρουσία σχεδόν σε όλα τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του '60.
Η Judy Collins ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα της στο τραγούδι στις αρχές του χειμώνα του 1961, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το Κονέκτικατ για να δοκιμάσει την τύχη της στη Νέα Υόρκη, έχοντας στην αγκαλιά της το μωρό της.
Στους δύο πρώτους δίσκους της που κυκλοφόρησαν το 1961, Maid Of Constant Sorrow και Golden Apples Of The Sun, η Judy τραγουδούσε συνθέσεις από την αμερικανική μουσική παράδοση, αλλά και από την Ιρλανδία, που ήταν η χώρα καταγωγής της.
Η Judy δεν είχε αρχίσει τότε να γράφει δικά της τραγούδια και περνούσε τα βράδια της στα διάφορα καφέ του Γκρίνουιτζ Βίλατζ, τραγουδώντας μαζί με τον άγνωστο ακόμα Dylan τις αγαπημένες τους συνθέσεις τού Woody Guthrie και άλλα παραδοσιακά τραγούδια.
Το 1963 και μετά τον χωρισμό από τον σύζυγό της, θα παρουσιάσει στο άλμπουμ Judy Collins #3 μερικούς από τους πιο ταλαντούχους συνθέτες στον χώρο της φολκ μουσικής εκείνης της χρονιάς, αποδεικνύοντας το τέλειο αισθητήριό της. Ο Bob Dylan, που θα παρασύρει με τη δυναμική του μια ολόκληρη γενιά νέων συνθετών, θα της τραγουδά στους δρόμους του Γκρίνουιτζ Βίλατζ το Masters Of War, για να την πείσει να το διασκευάσει, και η Judy θα συμπεριλάβει επίσης στο άλμπουμ της το τραγούδι του Farewell. Οι κοινές καταβολές με τον Dylan φαίνονται και από τη διασκευή της στο Deportee του Woodie Guthrie, που η εκτίμησή τους για το έργο του ήταν απεριόριστη. Υπάρχουν ακόμη συνθέσεις των Pete Seeger, Bob Gibson, Ewan MacColl, Shel Silverstein και Jim (Roger) McGuinn των Byrds, που θα έχουν παρουσία σ' αυτό το άλμπουμ. Ο McGuinn θα ενορχηστρώσει μάλιστα τη διασκευή της στο Turn! Turn! Turn! του Pete Seeger και θα το ερμηνεύσει δύο χρόνια αργότερα με το συγκρότημά του, τους Byrds, κάνοντάς το μεγάλη επιτυχία.
Σ' αυτή τη μουσική επανάσταση των αρχών της δεκαετίας του '60 έπαιρναν μέρος αρκετές γυναίκες τραγουδίστριες, από τις οποίες οι περισσότερες ερμήνευαν τραγούδια άλλων, εκφράζοντας την πολιτική κατάσταση της εποχής τους, ανάμεσά τους, οι Buffe Sainte-Marie, Janis Joplin, Carolyn Hester, Jude Henske και η τραγουδίστρια των Peter, Paul And Mary, Mary Travers. Η Joni Mitchell δεν είχε εμφανισθεί ακόμη στο προσκήνιο.
Το 1965 η μουσική του Dylan γίνεται ηλεκτρική μετά την παρουσία του στη σκηνή του φεστιβάλ του Νιούπορτ, αλλάζοντας τα πάντα και ανοίγοντας τον δρόμο για τα παιδιά των λουλουδιών με τα τραγούδια του, όπως τα Masters Of War και The Ballad Of Hittie Carrol. Αυτό το μουσικό κίνημα θα περάσει σε όλο τον πλανήτη, φτάνοντας και στην Ελλάδα όπου θα εκφραστεί από φωνές όπως αυτή του Διονύση Σαββόπουλου, που θα πιάσει αμέσως τον σφυγμό της αλλαγής.
Την ίδια χρονιά, η Judy θα δώσει το πρώτο προσωπικό της κονσέρτο στη Νέα Υόρκη και θα γνωρίσει νέους δημιουργούς, όπως ο Dick Farina και η νέα, τότε, σύζυγός του Mimi, που ήταν η νεότερη αδελφή τής Joan Baez. Το τραγούδι που θα της δώσει το ζευγάρι είναι το Pack Up Your Sorrows, το οποίο θα συμπεριλάβει στο πέμπτο άλμπουμ της μαζί με τραγούδια των Gordon Lightfoot, Phil Ochs, Eric Andersen και άλλων νέων δημιουργών. Η χρονιά τελειώνει με την Collins γεμάτη πίκρα, αφού χάνει την επιμέλεια του γιου της.
Ο ντροπαλός ποιητής Leonard Cohen θα της δώσει το 1966 τα τραγούδια του Suzanne και Dress Rehearsal Rag αρνούμενος να τα τραγουδήσει ο ίδιος, γιατί, όπως έλεγε στην Judy, δεν ήταν τραγουδιστής. Η Collins θα τον πείσει να ηχογραφήσει ο ίδιος τα τραγούδια του παίρνοντάς τον από το χέρι και ανεβάζοντάς τον στη σκηνή σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Ο Cohen άρχισε να τραγουδά το Suzanne, σταμάτησε στη μέση, κοίταξε προς το κοινό και άνοιξε τα φτερά του τραγουδώντας το Suzanne μαζί με την Collins που ανέβηκε στη σκηνή για να τον ενθαρρύνει. Συνολικά η Judy Collins ηχογράφησε στα επόμενα χρόνια 10 από τα τραγούδια του Cohen, ανάμεσά τους, τα Priests, Sisters Of Mercy, Blue Raincoat και Bird On Α Wire.
Ο Cohen, από την πλευρά του, της το ανταπέδωσε πείθοντάς τη να αρχίσει να γράφει δικά της τραγούδια. Οπως θα δηλώσει αργότερα, όταν ο Cohen έλεγε κάτι, είχε τον τρόπο να γίνει πειστικός και να οδηγήσει τον άλλο τουλάχιστον στο να προσπαθήσει.
Το πρώτο της τραγούδι το έγραψε το 1967 και ήταν το Since You've Asked. Το έγραψε, όπως είπε, μέσα σε 30' δηλώνοντας ενθουσιασμένη, μη πιστεύοντας το πόσο εύκολο ήταν.
Στο άλμπουμ Wildflowers θα συμπεριλάβει τα πρώτα δικά της τραγούδια μαζί με δύο συνθέσεις της Joni Mitchell, η οποία άρχισε να κάνει θόρυβο εκείνη την εποχή για το ταλέντο της. Το Both Sides Now θα γίνει μεγάλη επιτυχία και θα ανοίξει τον δρόμο για την καριέρα τής Mitchell, η οποία μέχρι τότε δεν είχε δισκογραφικό συμβόλαιο. Στον ίδιο δίσκο υπάρχουν και τα εντυπωσιακά Hey, That's Νο way Το Say Goodbye και Sisters Of Mercy του Leonard Cohen, μαζί με το La Chancon des vieux amants του Jacques Brel.
Το Both Sides Now έφερε για πρώτη φορά την Judy Collins στο αμερικανικό ραδιόφωνο, αλλάζοντας εντελώς τη ζωή της.
Το 1968 θα γνωριστεί με τον Stephen Stills, θα συνεργαστεί μαζί του στο άλμπουμ Who Knows Where The Time Goes, που πήρε τον τίτλο του από το περίφημο τραγούδι τής Sandy Denny, και με το τέλος της ηχογράφησης θα γίνουν ζευγάρι. Ο Stills θα γράψει γι' αυτήν το Suite: Judy Blue Eyes για το συγκρότημά του Crosby, Stills and Nash.
Το 1970 ηχογραφεί στον ναό του Αγίου Παύλου, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, το θρησκευτικό παραδοσιακό Amazing Grace χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων και γνωρίζει εντυπωσιακή επιτυχία αναδεικνύοντας τη δύναμη της φωνής της.
Σημαντικός σταθμός στην καριέρα της ήταν και η διασκευή της, το 1975, στο Send In The Clowns του Stephen Sondheim από το μιούζικαλ Α Little Night Music.
Στη δεκαετία του '90 κι ενώ στο μεταξύ, έχει γίνει εκπρόσωπος της UNISEF, θα συνεχίσει να ηχογραφεί καλά άλμπουμ και το 1995 θα κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο, ένα μυθιστόρημα, με τον τίτλο Shameless, το οποίο συνοδευόταν από ένα άλμπουμ με καινούρια τραγούδια της.
JUDY COLLINS
Ανακάλυψε και προώθησε νέους συνθέτες
Από τον Γιάννη Πετρίδη
Με τη μοναδική ικανότητά της να ανακαλύπτει σημαντικά τραγούδια και να τα τραγουδά με την ευαίσθητη φωνή της, η Judy Collins, που πρόσφατα συμπλήρωσε τα 70 χρόνια ζωής, κατάφερε να γράψει τη δικιά της ξεχωριστή ιστορία, αρχικά στον χώρο της φολκ, στη συνέχεια της φολκ ροκ, αλλά και να δηλώσει τη σημαντική παρουσία της σε άλλα μουσικά είδη, κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του '70, όπως η ποπ, τα τραγούδια από σύγχρονα μιούζικαλ και η μουσική κάντρι.
Σε ηλικία 13 ετών έπαιζε πιάνο για τη Συμφωνική ορχήστρα του Ντένβερ και από τα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να ανακαλύπτει σταδιακά ονόματα όπως η Joni Mitchell, της οποίας ηχογράφησε το Both Sides Now όταν ακόμα ήταν άγνωστη, καθώς και τα Suzanne και Dress Rehearsal Rag του Leonard Cohen, στο άλμπουμ της In My Life, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1966. Στον ίδιο δίσκο που ηχογραφήθηκε στην Αγγλία, υπήρχαν τα Ι Think It's Going Το Rain Today του άγνωστου τότε Randy Newman, το Sunny Goodge Song, που ήταν από τα πρώτα τραγούδια των Renaissance, το Pirate Jane των Kurt Weil και Bertolt Brecht και το La Colombe του Jacques Brel. Επίσης κανείς άλλος καλλιτέχνης, εκτός ίσως της Joan Baez σε κάποια φάση της καριέρας της, δεν είχε τόσο συχνή επαφή με τα τραγούδια του Bob Dylan, αφού από τον τρίτο δίσκο της είχε μόνιμη παρουσία σχεδόν σε όλα τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του '60.
Η Judy Collins ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα της στο τραγούδι στις αρχές του χειμώνα του 1961, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το Κονέκτικατ για να δοκιμάσει την τύχη της στη Νέα Υόρκη, έχοντας στην αγκαλιά της το μωρό της.
Στους δύο πρώτους δίσκους της που κυκλοφόρησαν το 1961, Maid Of Constant Sorrow και Golden Apples Of The Sun, η Judy τραγουδούσε συνθέσεις από την αμερικανική μουσική παράδοση, αλλά και από την Ιρλανδία, που ήταν η χώρα καταγωγής της.
Η Judy δεν είχε αρχίσει τότε να γράφει δικά της τραγούδια και περνούσε τα βράδια της στα διάφορα καφέ του Γκρίνουιτζ Βίλατζ, τραγουδώντας μαζί με τον άγνωστο ακόμα Dylan τις αγαπημένες τους συνθέσεις τού Woody Guthrie και άλλα παραδοσιακά τραγούδια.
Το 1963 και μετά τον χωρισμό από τον σύζυγό της, θα παρουσιάσει στο άλμπουμ Judy Collins #3 μερικούς από τους πιο ταλαντούχους συνθέτες στον χώρο της φολκ μουσικής εκείνης της χρονιάς, αποδεικνύοντας το τέλειο αισθητήριό της. Ο Bob Dylan, που θα παρασύρει με τη δυναμική του μια ολόκληρη γενιά νέων συνθετών, θα της τραγουδά στους δρόμους του Γκρίνουιτζ Βίλατζ το Masters Of War, για να την πείσει να το διασκευάσει, και η Judy θα συμπεριλάβει επίσης στο άλμπουμ της το τραγούδι του Farewell. Οι κοινές καταβολές με τον Dylan φαίνονται και από τη διασκευή της στο Deportee του Woodie Guthrie, που η εκτίμησή τους για το έργο του ήταν απεριόριστη. Υπάρχουν ακόμη συνθέσεις των Pete Seeger, Bob Gibson, Ewan MacColl, Shel Silverstein και Jim (Roger) McGuinn των Byrds, που θα έχουν παρουσία σ' αυτό το άλμπουμ. Ο McGuinn θα ενορχηστρώσει μάλιστα τη διασκευή της στο Turn! Turn! Turn! του Pete Seeger και θα το ερμηνεύσει δύο χρόνια αργότερα με το συγκρότημά του, τους Byrds, κάνοντάς το μεγάλη επιτυχία.
Σ' αυτή τη μουσική επανάσταση των αρχών της δεκαετίας του '60 έπαιρναν μέρος αρκετές γυναίκες τραγουδίστριες, από τις οποίες οι περισσότερες ερμήνευαν τραγούδια άλλων, εκφράζοντας την πολιτική κατάσταση της εποχής τους, ανάμεσά τους, οι Buffe Sainte-Marie, Janis Joplin, Carolyn Hester, Jude Henske και η τραγουδίστρια των Peter, Paul And Mary, Mary Travers. Η Joni Mitchell δεν είχε εμφανισθεί ακόμη στο προσκήνιο.
Το 1965 η μουσική του Dylan γίνεται ηλεκτρική μετά την παρουσία του στη σκηνή του φεστιβάλ του Νιούπορτ, αλλάζοντας τα πάντα και ανοίγοντας τον δρόμο για τα παιδιά των λουλουδιών με τα τραγούδια του, όπως τα Masters Of War και The Ballad Of Hittie Carrol. Αυτό το μουσικό κίνημα θα περάσει σε όλο τον πλανήτη, φτάνοντας και στην Ελλάδα όπου θα εκφραστεί από φωνές όπως αυτή του Διονύση Σαββόπουλου, που θα πιάσει αμέσως τον σφυγμό της αλλαγής.
Την ίδια χρονιά, η Judy θα δώσει το πρώτο προσωπικό της κονσέρτο στη Νέα Υόρκη και θα γνωρίσει νέους δημιουργούς, όπως ο Dick Farina και η νέα, τότε, σύζυγός του Mimi, που ήταν η νεότερη αδελφή τής Joan Baez. Το τραγούδι που θα της δώσει το ζευγάρι είναι το Pack Up Your Sorrows, το οποίο θα συμπεριλάβει στο πέμπτο άλμπουμ της μαζί με τραγούδια των Gordon Lightfoot, Phil Ochs, Eric Andersen και άλλων νέων δημιουργών. Η χρονιά τελειώνει με την Collins γεμάτη πίκρα, αφού χάνει την επιμέλεια του γιου της.
Ο ντροπαλός ποιητής Leonard Cohen θα της δώσει το 1966 τα τραγούδια του Suzanne και Dress Rehearsal Rag αρνούμενος να τα τραγουδήσει ο ίδιος, γιατί, όπως έλεγε στην Judy, δεν ήταν τραγουδιστής. Η Collins θα τον πείσει να ηχογραφήσει ο ίδιος τα τραγούδια του παίρνοντάς τον από το χέρι και ανεβάζοντάς τον στη σκηνή σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Ο Cohen άρχισε να τραγουδά το Suzanne, σταμάτησε στη μέση, κοίταξε προς το κοινό και άνοιξε τα φτερά του τραγουδώντας το Suzanne μαζί με την Collins που ανέβηκε στη σκηνή για να τον ενθαρρύνει. Συνολικά η Judy Collins ηχογράφησε στα επόμενα χρόνια 10 από τα τραγούδια του Cohen, ανάμεσά τους, τα Priests, Sisters Of Mercy, Blue Raincoat και Bird On Α Wire.
Ο Cohen, από την πλευρά του, της το ανταπέδωσε πείθοντάς τη να αρχίσει να γράφει δικά της τραγούδια. Οπως θα δηλώσει αργότερα, όταν ο Cohen έλεγε κάτι, είχε τον τρόπο να γίνει πειστικός και να οδηγήσει τον άλλο τουλάχιστον στο να προσπαθήσει.
Το πρώτο της τραγούδι το έγραψε το 1967 και ήταν το Since You've Asked. Το έγραψε, όπως είπε, μέσα σε 30' δηλώνοντας ενθουσιασμένη, μη πιστεύοντας το πόσο εύκολο ήταν.
Στο άλμπουμ Wildflowers θα συμπεριλάβει τα πρώτα δικά της τραγούδια μαζί με δύο συνθέσεις της Joni Mitchell, η οποία άρχισε να κάνει θόρυβο εκείνη την εποχή για το ταλέντο της. Το Both Sides Now θα γίνει μεγάλη επιτυχία και θα ανοίξει τον δρόμο για την καριέρα τής Mitchell, η οποία μέχρι τότε δεν είχε δισκογραφικό συμβόλαιο. Στον ίδιο δίσκο υπάρχουν και τα εντυπωσιακά Hey, That's Νο way Το Say Goodbye και Sisters Of Mercy του Leonard Cohen, μαζί με το La Chancon des vieux amants του Jacques Brel.
Το Both Sides Now έφερε για πρώτη φορά την Judy Collins στο αμερικανικό ραδιόφωνο, αλλάζοντας εντελώς τη ζωή της.
Το 1968 θα γνωριστεί με τον Stephen Stills, θα συνεργαστεί μαζί του στο άλμπουμ Who Knows Where The Time Goes, που πήρε τον τίτλο του από το περίφημο τραγούδι τής Sandy Denny, και με το τέλος της ηχογράφησης θα γίνουν ζευγάρι. Ο Stills θα γράψει γι' αυτήν το Suite: Judy Blue Eyes για το συγκρότημά του Crosby, Stills and Nash.
Το 1970 ηχογραφεί στον ναό του Αγίου Παύλου, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, το θρησκευτικό παραδοσιακό Amazing Grace χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων και γνωρίζει εντυπωσιακή επιτυχία αναδεικνύοντας τη δύναμη της φωνής της.
Σημαντικός σταθμός στην καριέρα της ήταν και η διασκευή της, το 1975, στο Send In The Clowns του Stephen Sondheim από το μιούζικαλ Α Little Night Music.
Στη δεκαετία του '90 κι ενώ στο μεταξύ, έχει γίνει εκπρόσωπος της UNISEF, θα συνεχίσει να ηχογραφεί καλά άλμπουμ και το 1995 θα κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο, ένα μυθιστόρημα, με τον τίτλο Shameless, το οποίο συνοδευόταν από ένα άλμπουμ με καινούρια τραγούδια της.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

