Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Οι ιστορικοί για την οικονομική κρίση

Η προσφυγή της Ελλάδας στον ‘ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης’ σε ιστορική προοπτική: πρώτες σκέψεις για τις οικονομικές και (διεθνο)πολιτικές παραμέτρους της απόφασης.

Αλέξης Φραγκιάδης, Οικονομικός ιστορικός



Τις δραματικές ημέρες που διανύουμε, τους περισσότερους βασανίζει ένα ερώτημα: είναι σωστός ο δρόμος που χάραξε η ελληνική κυβέρνηση; Μήπως τα επαχθή μέτρα λιτότητας που πλήττουν τον πληθυσμό μπορούσαν να αποφευχθούν; Μήπως υπήρχαν άλλοι δρόμοι, καλύτεροι;
Η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει τρεις επάλληλες αλλά διακριτές κρίσεις. Καθεμία στο είδος της είναι πρωτοφανής:


- Εγχώρια δημοσιονομική κρίση, που κλιμακώθηκε την τελευταία τριετία.


- Κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που σχετίζεται με την τάση της Γερμανίας τα τελευταία χρόνια να εγκαταλείψει τον ηγετικό της ρόλο και κλονισμός του γαλλογερμανικού άξονα.


- Παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και ύφεση, που ξεκίνησε το 2007.
Για την Ελλάδα, τις σοβαρότερες επιπτώσεις μπορεί να έχει η έκβαση της κρίσης που αφορά στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης - όσο σημαντικές και αν είναι οι άλλες κρίσεις, δηλαδή η εγχώρια δημοσιονομική και η διεθνής.


Εάν η κρίση αυτή επιδεινωθεί, θα επανεμφανιστούν κίνδυνοι που από καιρό θεωρούσαμε ότι ανήκαν στο παρελθόν. Κίνδυνοι εσωτερικής αστάθειας, όσο και εξωτερικών σχέσεων και άμυνας.


Εάν αντιθέτως, οι τεράστιες προκλήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη τούτη την ώρα, υποχρεώσουν τα ευρωπαϊκά κράτη να ενισχύσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως να συγκροτήσουν μια ενιαία κοινωνική και οικονομική πολιτική, η Ελλάδα θα ωφεληθεί πολλαπλά. Επιπλέον, αυτός θα ήταν και ο καλύτερος τρόπος να αμβλυνθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της εγχώριας δημοσιονομικής κρίσης και της διεθνούς ύφεσης.
Η Ελλάδα εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα βαδίζει στο δρόμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ολοκλήρωση αυτή, που ξεκίνησε μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, υλοποιείται σταδιακά με την εφαρμογή επίσημων συμφωνιών και συνθηκών. Εξαιρετική σημασία στην κατεύθυνση αυτή είχαν και άλλες εξελίξεις, όπως το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα της περιόδου 1961-1972, κυρίως προς τη Γερμανία. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτέλεσε την καλύτερη απάντηση στην πάγια πιεστική ανάγκη που έχει η χώρα μας για σταθερές διεθνείς συμμαχίες, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της εδαφικής της διαμόρφωσης. Μιας ανάγκης που έγινε πολύ έντονα αισθητή, ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε και η χώρα μας απέκτησε τη σημερινή γεωγραφική μορφή της.
Αν η Γερμανία αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, θα κινδυνεύαμε να βρεθούμε σε μια κατάσταση που θα έμοιαζε με το μεσοπόλεμο – για να μην θυμηθούμε τα προβλήματα που αντιμετώπισε η χώρα μας κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων.
Η μορφή ολοκλήρωσης που ακολούθησε η Ευρώπη έως το 1990, στηρίχθηκε στην έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο χωρισμό της Ευρώπης σε Δυτική και Ανατολική. Για να κυριολεκτούμε, η ολοκλήρωση για την οποία μιλάμε, και στην οποία συμμετείχε η χώρα μας, ήταν η ολοκλήρωση της Δυτικής Ευρώπης. Η αποκοπή της πλουσιότερης δυτικής Κεντρικής Ευρώπης από την φτωχότερη ανατολική ώθησε τις δυτικές κεντροευρωπαϊκές χώρες να στρέψουν τα ενδιαφέροντά τους στις φτωχότερες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, οι οποίες ανήκαν στο δυτικό μπλοκ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άνοιγμα της Δυτικής Γερμανίας στους μετανάστες του ευρωπαϊκού νότου, όταν η ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, το 1961, ανέκοψε την εισροή οικονομικών μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη.
Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, πάλι, το 1990, οδήγησε σε μια επανατοποθέτηση της Γερμανίας σε σχέση με αυτό που ήταν ως τότε γνωστό ως προοπτική ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι τεράστιες δαπάνες της απορρόφησης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, αλλά και οι μεγάλες προοπτικές κερδοφόρων συναλλαγών με την ανατολική Ευρώπη, άλλαξαν τον προσανατολισμό της Γερμανίας. Η σημασία των σχέσεων με τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου σχετικά υποχώρησε. Ο πειρασμός της στροφής προς Ανατολάς έγινε σταδιακά πολύ ισχυρός, στο μέτρο που οι χώρες του πρώην ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ ανέκαμπταν από το απόλυτο χάος στο οποίο είχαν βρεθεί προηγουμένως.
Από την άλλη πλευρά όμως, η δημιουργία του Ευρώ συνέδεσε με πολύ ισχυρούς δεσμούς τα κράτη της ευρωζώνης, συμπεριλαμβάνοντας τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Το ενιαίο νόμισμα αποτελεί ένα δρόμο σχεδόν χωρίς επιστροφή. Ή μάλλον, καθώς στις ημέρες που περνάμε τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, η έξοδος μιας χώρας από το ευρώ εκτιμάται ότι θα έχει συνέπειες αφάνταστα καταστροφικές, ιδίως για τη χώρα που εξέρχεται, αλλά και για τις υπόλοιπες.
Οι συνθήκες που είχαν συναφθεί δεν είχαν λάβει υπόψη τους το ενδεχόμενο μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης που θα έπληττε καίρια τις οικονομίες. Το πρόβλημα αναδεικνύεται πλέον με τον πιο έντονο τρόπο αυτές τις ημέρες. Η κυβέρνηση της Γερμανίας, μετά από τραγική καθυστέρηση λόγω ενός ελάσσονος θέματος εσωτερικής πολιτικής, τις εκλογές στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, υποτίμησε την καταιγίδα που ερχόταν και έχασε πολύτιμο χρόνο. Ήδη η Μέρκελ έλεγε χθες ότι δεν έχουμε πλέον χρόνο και χρησιμοποιούσε διατυπώσεις που δεν θα περιμέναμε λίγες εβδομάδες νωρίτερα:


«Αρχικά οι τράπεζες χρεοκόπησαν αναγκάζοντας τα κράτη να προχωρήσουν σε ενέργειες για την διάσωσή τους. Έριξαν την παγκόσμια οικονομία στον γκρεμό και αναγκαστήκαμε να προχωρήσουμε σε σχέδια ανάκαμψης. Εξαιτίας αυτών των σχεδίων ανάκαμψης βρεθήκαμε χρεωμένοι και τώρα οι τράπεζες κερδοσκοπούν εις βάρος αυτών των χρεών, είναι πραγματικά προδοτικό.»


Η καγκελάριος της Γερμανίας αναφέρθηκε σε μάχη των πολιτικών με τους κερδοσκόπους, τονίζοντας ότι η μάχη αυτή πρέπει να κερδηθεί: «Πρέπει τώρα να δείξουμε καθαρά ότι στην Ευρώπη έχουμε την πολιτική δύναμη … Πρόκειται για μία μάχη των πολιτικών ενάντια στις αγορές. Η πολιτική πρέπει να ξαναποκτήσει τα πρωτεία σε σχέση με τις αγορές, τα οποία δεν έχει πλέον …».
Οι τελευταίες πληροφορίες μιλούν για ένα πακέτο διάσωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, αμερικανικών διαστάσεων, με επιτόκιο 1%. Σημαίνει ότι η Γερμανία συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον ηγετικό της ρόλο στην Ευρώπη; Σημαίνει ότι η διεθνής οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί σε καλύτερη βάση, κάτι που θα ευνοήσει και την Ελλάδα; Ενδεχομένως. Όπως το έθετε ο Immanuel Wallerstein σε πρωτοσέλιδο άρθρο του στο χθεσινό Manifesto, η ελληνική κρίση μπορεί να λυθεί σχετικά εύκολα: αρκεί η Γερμανία να αντιληφθεί ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται καλύτερα από ένα προστατευτισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από ό,τι από ένα προστατευτισμό που θα αφορά μόνο τη Γερμανία.
Ας επιστρέψουμε στο αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης, που εγγράφεται στο ιστορικό και διεθνές πλαίσιο που περιγράψαμε στα προηγούμενα. Η Ελλάδα, ενόψει της επερχόμενης χρεοκοπίας, πριν τεθεί ζήτημα χρεοστασίου, στράφηκε προς τους εταίρους της, που έχουν χορηγήσει στο ελληνικό δημόσιο πολύ σημαντικά δάνεια και με τους οποίους διατηρεί κοινό νόμισμα.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι η πραγματικότητα του κοινού νομίσματος επηρεάζει σε εξαιρετικό βαθμό τα περιθώρια ανεξάρτητων ελιγμών. Ήδη βλέπουμε ότι ακόμη και οι εικασίες για χρεοκοπία της Ελλάδας προκαλούν σοβαρούς κλυδωνισμούς στο ευρώ και στις χρηματαγορές. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα συνέβαινε αν η χώρα μας προχωρούσε μονομερώς σε αναδιάρθρωση του χρέους. Το σίγουρο είναι μια τέτοια κίνηση, λόγω του κοινού νομίσματος, θα εκλαμβανόταν ως επιθετική από τους έως σήμερα εταίρους μας και θα τους οδηγούσε να μας επιβάλουν σοβαρά αντίποινα. Αν λοιπόν η Ελλάδα δεν αναζητούσε την υποστήριξη των εταίρων της, μέσω της δημιουργίας και της ενεργοποίησης του μηχανισμού στήριξης, και προχωρούσε σε μονομερή αναδιάρθρωση του χρέους, θα ανέτρεπε πολιτικές σταθερές δεκαετιών και θα αντιμετώπιζε πολιτική και οικονομική απομόνωση, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η ίδια η πολιτική σταθερότητα και η δημοκρατία που εμπεδώθηκε στη χώρα μας μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974, αλλά και η εξωτερική ασφάλεια, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις προνομιακές σχέσεις με την Ευρώπη, που στην περίπτωση αυτή θα ετίθεντο υπό αμφισβήτηση.
Η αβάσταχτη δυσφήμιση που έχει υποστεί η χώρα μας, καθώς αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία, έχει και ένα θετικό παράπλευρο όφελος: ότι ασχολούνται πλέον τακτικά μαζί μας αρκετοί από τους πλέον διαπρεπείς οικονομολόγους του κόσμου, όπως ο Joseph Stiglitz, ο Paul Krugman, ο Barry Eichengreen, ο Nouriel Roubini, o Martin Feldstein, ο Edmund Phelps και άλλοι, κάποιοι από αυτούς με Nobel οικονομίας. Προηγουμένως ανέφερα τον κοινωνιολόγο Immanuel Wallerstein. Διαβάζοντας αυτά που τακτικά γράφουν για μας, μπορούμε να διασταυρώνουμε τις σκέψεις μας και να αντλούμε ιδέες. Έγραψε λοιπόν προχθές ο Krugman, ότι η αναδιάρθρωση του χρέους δεν θα αρκούσε για να ελαφρύνει τα βάρη του ελληνικού λαού, δεδομένου ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα είναι πολύ μεγάλο, πάνω από 8% του ΑΕΠ. Οπότε, ακόμη και αν σταματούσαμε να πληρώνουμε τοκοχρεολύσια, οι δρακόντειες περικοπές δαπανών θα εξακολουθούσαν να είναι απαραίτητες, προκειμένου τα έξοδα να περιοριστούν στο επίπεδο των διαθέσιμων εσόδων. Ουσιαστικότερη ελάφρυνση στις απαιτούμενες οικονομικές θυσίες θα ερχόταν μόνο με έξοδο από το Ευρώ και υποτίμηση του νομίσματος, προκειμένου να τονωθούν οι εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών και να ενισχυθεί η υποκατάσταση εισαγωγών. Βεβαίως, αυτό θα απαιτούσε ταυτόχρονα και κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο διαφορετικά θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ώρες. Από την άλλη πλευρά, είναι εξαιρετικά πιθανό η Τουρκία, σε περίπτωση απομόνωσης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να αύξανε την επιθετικότητά της, δημιουργώντας την ανάγκη για μεγαλύτερες εισαγωγές αμυντικών συστημάτων, που όμως λόγω της υποτίμησης θα κόστιζαν πολύ ακριβότερα. Όχι άδικα, πιστεύω, ένας από τους σχολιαστές στο blog του Krugman αναφέρει ότι αν η Ελλάδα εγκατέλειπε το ευρώ, μέσα σε μια χαοτική κατάσταση, το πιθανότερο είναι αυτό να συνοδευόταν από την επιβολή κάποιου είδους δικτατορίας, κάτι που θα μας οδηγούσε και σε έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο σημείο, αυτό, ας παρατηρήσουμε την αμήχανη στάση στο εσωτερικό της χώρας απέναντι στο ‘μηχανισμό στήριξης’. Αρχικά ακούστηκε η ότι η χώρα θα μπορούσε να είχε δανειστεί ‘αθόρυβα’ όσο τα spreads ήταν σχετικά χαμηλά. Λες και όταν πάει κάποιος να δανειστεί τόσο μεγάλα ποσά υπάρχει περίπτωση να περάσει απαρατήρητος! Πιο πρόσφατα ακούστηκε μέχρι και ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί η προσφυγή στο μηχανισμό, με παράλληλη αποφυγή οποιασδήποτε αναδιάρθρωσης του χρέους. Φυσικά, τέτοια συνταγή δεν υπάρχει, αφού οι διεθνείς χρηματαγορές έχουν πάψει να δανείζουν την Ελλάδα!
Προτείνεται ακόμη από ορισμένους η μονομερής αναδιάρθρωση του χρέους, χωρίς να ληφθούν μέτρα σε συμφωνία με τους εταίρους μας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι συγκρίσεις με την Αργεντινή, που προτείνεται ως θετικό παράδειγμα, είναι προβληματικές. Εμείς έχουμε νόμισμα κοινό με τους βασικούς εμπορικούς μας εταίρους, οι οποίοι θα πληγούν δυσανάλογα αν εμείς χρεοκοπήσουμε και πιθανότατα θα αντιδράσουν. Επίσης, ο βαθμός εξάρτησης της Ελλάδα από τις εισαγωγές είναι εξαιρετικά μεγαλύτερος από εκείνον της Αργεντινής, πράγμα που σημαίνει ότι η έλλειψη συναλλάγματος θα είχε σοβαρές συνέπειες στην τροφοδοσία σε βασικά αγαθά. Όπως ήδη αναφέραμε, σε μια τέτοια περίπτωση το τραπεζικό σύστημα θα έπρεπε να εθνικοποιηθεί. Το όλο εγχείρημα θα ήταν του τύπου: «οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Η μετατροπή της Ελλάδας σε Κούβα θα ήταν ίσως ένα πείραμα που κάποιοι θα το έβρισκαν ελκυστικό, καλό όμως θα ήταν να το δηλώσουν ρητά και στους υπόλοιπους, μήπως στο τέλος προκύψει καμιά παρεξήγηση!
Το συνολικό ύψος των δανείων που χορηγούνται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης για την αποφυγή της χρεοκοπίας του ελληνικού δημοσίου δεν έχει προηγούμενο στην οικονομική ιστορία. Όπως είναι γνωστό, αν δεν υπήρχε αυτός ο μηχανισμός, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα μας χορηγούσε μεταξύ 10 και 20 δις Ευρώ, αντί για τα 110 που δίδονται τώρα, ζητώντας πιθανότατα ακόμη σκληρότερα μέτρα, γιατί θα είχαμε ήδη χρεοκοπήσει. Για παράδειγμα, η Ουγγαρία και η Ρουμανία, πήραν από 20 δις, ενώ υποχρεώθηκαν να λάβουν μέτρα που δεν ήταν καθόλου ελαφρύτερα από αυτά που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα. Φυσικά, το ύψος της στήριξης προς την Ελλάδα μεγάλωσε απότομα, λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της αξιοπιστίας του ελληνικού δημοσίου, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ολιγωρία της γερμανικής κυβέρνησης. Δεν παύει όμως να πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες δάνειο, υπερδιπλάσιο σε μέγεθος από το σύνολο των πόρων που έχει λάβει και θα λάβει η Ελλάδα από την ΕΕ για όλα τα ΚΠΣ και τα συναφή προγράμματα, από τα ΜΟΠ έως και το ΕΣΠΑ.
Βεβαίως, υπάρχει ο αντίλογος ότι το επιτόκιο 5% είναι υψηλό και ότι οι δανειστές μας κερδίζουν από αυτή την επιχείρηση. Αυτό είναι όμως μια βιαστική κριτική: δεν φαίνεται πολύ πειστικό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που μας δανείζουν να στοχεύουν στην οικονομική καταρράκωση της Ελλάδας, διότι αυτό θα σήμαινε ότι τελικά, δεν θα μπορέσουν να πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Ήδη ακούγονται πληροφορίες για κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα είναι χαμηλότερο. Το σημαντικότερο πάντως είναι η δέσμευση των κρατών της ευρωζώνης ότι θα μας στηρίξουν, ό,τι και αν συμβεί, και αυτό νομίζω ότι σημαίνει το ιλιγγιώδες ύψος του δανείου. Ίδιο είναι το μήνυμα που δίνει και η αγνόηση από την ΕΚΤ των αρνητικών αξιολογήσεων των ελληνικών χρεογράφων από τους γνωστούς οίκους.
Τα μέτρα αύξησης των εσόδων και μείωσης των δαπανών που συμφωνήθηκαν μεταξύ ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ και ελληνικής κυβέρνησης, είναι σίγουρα εξαιρετικά επαχθή και είναι επόμενο να προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα, ιδίως αν υπήρχε μείωση των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό θα σηματοδοτούσε ως κύρια κατεύθυνση για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας τη μείωση του κόστους εργασίας.
Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι η μονομερής χρεοκοπία θα είχε πολύ μεγαλύτερες άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο του λαού από ό,τι τα μέτρα. Κατά συνέπεια, η προσπάθεια για ακύρωση της συμφωνίας, αν επιτύγχανε, θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα.
Αντί να πολεμάμε τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, θεωρώ ότι θα ήταν πολύ καλύτερο να προβάλλουμε αιτήματα ουσιαστικής διεύρυνσης της δημοκρατίας και αναδιάρθρωσης των δημόσιων υπηρεσιών, για ένα καλύτερο κοινωνικό κράτος, που δεν κοστίζει κατ’ ανάγκη περισσότερο από το υπάρχον. Στο ‘λιγότερο κράτος’, που απαιτούν οι νεοφιλελεύθεροι, θα πρέπει να αντιταχθεί το καλύτερο και πιο κοινωνικά αποδοτικό κράτος, που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και σπάταλο κράτος. Προς αυτή την κατεύθυνση νομίζω ότι θα πρέπει να κινηθούμε, αντί να προπαγανδίζουμε τη χρεοκοπία της χώρας. Επίσης, η βελτίωση της κατανομής του εισοδήματος απαιτεί να δρομολογηθεί η αλλαγή του συσχετισμού μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας, με την αύξηση του ειδικού βάρους της άμεσης φορολογίας και του προοδευτικού της χαρακτήρα. Άλλωστε είδαμε ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις των επιχειρήσεων που έγιναν τα τελευταία χρόνια δεν βοήθησαν την ανάπτυξη: στο χρονικό αυτό διάστημα, οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη η χρεοκοπία γινόταν αναπόφευκτη, πράγμα που δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό, λόγω των τεράστιων αρνητικών συνεπειών που αυτό θα είχε στην παγκόσμια οικονομία, είναι πολύ καλύτερο αυτό να συμβεί με τρόπο ελεγχόμενο και σε συνεργασία με τους εταίρους – δανειστές μας, ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές επιπτώσεις στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας.
Σε ό,τι αφορά τις ελπίδες εξόδου από την κρίση, σίγουρα θα βοηθούσε σε αυτό μια ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας. Αλλά στις μέρες μας γίνεται όλο και πιο φανερό ότι αυτό δεν είναι τόσο απλό να συμβεί, αν δεν υπάρξουν σοβαρότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις στις αγορές εκ μέρους των κρατών. Φαίνεται πλέον αρκετά πιθανό η κρίση να τσακίσει τις μονεταριστικές ακαμψίες του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος και να οδηγηθούμε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε άλλου είδους ρυθμίσεις, προς μια λιγότερο ανεξέλεγκτα φιλελεύθερη και πιο παρεμβατική οικονομία, από τις οποίες θα επωφεληθεί και η Ελλάδα. Άλλωστε η ευρωπαϊκή συνεννόηση για το τεράστιο δάνειο προς την Ελλάδα, όπως επίσης και η αγνόηση από την ΕΚΤ των αξιολογήσεων των ελληνικών χρεογράφων από τους γνωστούς οίκους, ίσως να είναι οι προάγγελοι αυτών των εξελίξεων.

Ανακοίνωση από την επιστημονική συζήτηση του περ. Ιστορείν "Οι ιστορικοί συζητούν για την κρίση. Η κρίση σε ιστορική προοπτική", Σάββατο 8 Μαΐου 2010, Εντευκτήριο Πανεπιστημίου Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου